Η ηθική φρίκη που προκάλεσε η δεύτερη κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είναι αδιαμφισβήτητη. Η εκτέλεση του Αλεξ Πρέτι, ενός 37χρονου νοσηλευτή μονάδας εντατικής θεραπείας και πολίτη των ΗΠΑ, από πράκτορες της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) στους δρόμους της Μινεάπολης, καταγράφηκε απ’ όλες τις οπτικές γωνίες από γενναίους παρατηρητές και την είδαν άνθρωποι σε όλο τον κόσμο.
Ακολουθεί τη δημόσια δολοφονία της Ρενέ Νικόλ Γκουντ, μιας 37χρονης αμερικανίδας μητέρας από τη Μινεάπολη και έναν αμέτρητο αριθμό αθέατων θανάτων και εξαφανίσεων σε αμερικανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης όπως το «Alligator Alcatraz».
Δεδομένου αυτού, o Τραμπ και όλοι οι άλλοι υπεύθυνοι για τέτοιες απαράδεκτες πράξεις, θα πρέπει να παραπεμφθούν σε δίκη και να καταδικαστούν. Η ICE θα πρέπει να διαλυθεί, όπως και η υπηρεσία στην οποία ανήκει, στο υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας. Εκείνοι που έχουν σκοτώσει – τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά – θα πρέπει να διερευνηθούν και να οδηγηθούν ενώπιον δικαστών και ενόρκων.
Ομως, η λογική των δολοφονιών είναι εξίσου σημαντική με τις ίδιες τις δολοφονίες. Ενώ αποτελεί αλήθεια από μόνη της, η ηθική φρίκη είναι άλλο ένα σημάδι των ψεμάτων και της ανομίας της κυβέρνησης, μια πολιτική λογική γνωστή από τα σοβιετικά και ναζιστικά ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα, και από τις προσπάθειες αντικατάστασης του κράτους δικαίου με προσωπική τυραννία.
Σε ένα συνταγματικό καθεστώς όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο νόμος ισχύει παντού και ανά πάσα στιγμή. Σε μια δημοκρατία όπως η Αμερική, ισχύει για όλους. Για να ανατραπεί αυτή η λογική του νόμου, ο επίδοξος τύραννος αναζητά ρωγμές στο σύστημα, για να τις διευρύνει. Μία από αυτές τις ρωγμές είναι τα σύνορα, εκεί όπου τελειώνει η χώρα. Επειδή και ο νόμος τελειώνει εκεί, μια προφανής κίνηση για τον τύραννο είναι να μετατρέψει ολόκληρη τη χώρα σε σύνορα, όπου δεν ισχύουν κανόνες.
Ο Ιωσήφ Στάλιν το έκανε αυτό τη δεκαετία του 1930, με συνοριακές ζώνες και απελάσεις που προηγήθηκαν της Μεγάλης Τρομοκρατίας. Ο Χίτλερ το έκανε επίσης, το 1938, με επιδρομές σε μετανάστες, που είχαν στόχο τους Εβραίους χωρίς χαρτιά και τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν τη χώρα. Ο Τραμπ, όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος αλλά και μέλη του υπουργικού συμβουλίου του, ακολουθεί το ίδιο εγχειρίδιο.
Χρησιμοποιεί την ICE, κατ’ όνομα μια συνοριακή αρχή, για να επιβάλει τη θέλησή του στην πολιτεία που επέλεξε – ένα προπύργιο του Δημοκρατικού Κόμματος με βαθιά ριζωμένο πολιτικό ιδεαλισμό. Δεν είναι νόμιμο να επιτίθεσαι σε μια πόλη για την πολιτική της ή να κατακλύζεις τους δρόμους της με ομοσπονδιακούς πράκτορες για να αποκτήσεις πληροφορίες σχετικά με τους ψηφοφόρους.
Τα σύνορα γίνονται το πρόσχημα για να ανατραπεί ο νόμος παντού, ανά πάσα στιγμή και εναντίον οποιουδήποτε. Είναι η ρωγμή που μπορεί να ανοίξει. Η σφήνα για να την ανοίξει, είναι τα ψέματα τα οποία ξεκινούν ως κλισέ και μιμίδια που φτιάχνει και κυκλοφορεί η κυβέρνηση και τα οποία τα μέσα ενημέρωσης επαναλαμβάνουν, άσκοπα ή με κακία.
Ενα από αυτά τα κλισέ είναι η «επιβολή του νόμου», η οποία προφέρεται ξανά και ξανά σαν ξόρκι. Η «επιβολή του νόμου» δεν είναι ουσιαστικό όπως «τραπέζι» ή «σπίτι». Δεν είναι κάτι σταθερό. Είναι μια δράση, μια διαδικασία που οι Αμερικανοί έχουν το δικαίωμα να βλέπουν και να κρίνουν οι ίδιοι.
Οι άνθρωποι που επιβάλλουν τον νόμο δεν φορούν μάσκες, ούτε παραβιάζουν, επιτίθενται, ξυλοκοπούν και σκοτώνουν κατά βούληση. Οι δημόσιες εκτελέσεις που πραγματοποιούνται από τους μπράβους του Τραμπ κάνουν μεγάλη ζημιά στις τοπικές, πολιτειακές και ομοσπονδιακές αρχές, των οποίων η δουλειά είναι η αποτελεσματική αστυνόμευση, ειδικά όταν μια τέτοια κρατική τρομοκρατία ορίζεται ως «επιβολή του νόμου».
Τα ψέματα συνεχίζονται ως προκλητικές αντιστροφές ή αυτό που ονόμασα «επικίνδυνες λέξεις» στο βιβλίο μου «Περί τυραννίας». Σε αυτήν την περίπτωση, η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί τους όρους «τρομοκράτης» και «εξτρεμιστής» – όρους που προτιμούν εδώ και καιρό οι τύραννοι – για να δυσφημίσει όσους σκοτώνονται από τις πολιτικές της. Τα «μηνύματά» τους αντανακλούν αυτό που η Χάνα Αρεντ ονόμασε «κοινοτοπία του κακού» – ή, όπως το έθεσε ο Βάτσλαβ Χάβελ, το κακό της κοινοτοπίας. Οι λέξεις μετατρέπονται σε πραγματικότητα με τη συνεργασία όσων τις ακούν.
Υπό αυτή την έννοια, όσοι ψεύδονται είναι συνένοχοι στις δολοφονίες στη Μινεσότα και σε όσες μελλοντικές. Αλλά όσοι στα μέσα ενημέρωσης επιλέγουν να αντιμετωπίζουν την προπαγάνδα ως μια ιστορία, που ξεκινούν από ψέματα και όχι από γεγονότα, είναι επίσης συνένοχοι. Τα σύνορα είναι η ρωγμή, τα ψέματα είναι η σφήνα, και οι άνθρωποι που αποδέχονται αυτά τα ψέματα την ανοίγουν όλο και περισσότερο.Οι λέξεις έχουν σημασία, είτε ειπωθούν για πρώτη φορά είτε επαναληφθούν. Δημιουργούν μια ατμόσφαιρα, ομαλοποιούν – ή όχι. Πρέπει να επιλέξουμε να δούμε, να πούμε τα πράγματα με το πραγματικό τους όνομα, να καταδικάσουμε τους ανθρώπους που λένε ψέματα. Πίσω από την ηθική φρίκη αυτών των δημόσιων εκτελέσεων κρύβεται μια πολιτική λογική. Είναι αλληλένδετα. Οσοι αντιστέκονται στην ανομία και τα ψέματα της κυβέρνησης Τραμπ το κατανοούν αυτό. Στη Μινεάπολη και σε πολλά άλλα μέρη, κάνουν το σωστό – και δίνουν στην αμερικανική δημοκρατία που απειλείται, τις καλύτερες πιθανότητες επιβίωσής της.
Ο Τίμοθι Σνάιντερ – είναι καθηγητής Σύγχρονης Ευρωπαϊκής Ιστορίας στη Σχολή Διεθνών Υποθέσεων και Δημόσιας Πολιτικής Munk στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο και μόνιμος συνεργάτης στο Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών Επιστημών στη Βιέννη.







