Η Βραζιλία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σοκ που ξεπερνά τα όρια της εκπαιδευτικής πολιτικής και αγγίζει τον πυρήνα της δημόσιας υγείας. Τα αποτελέσματα του πρώτου Εθνικού Εξεταστικού Μηχανισμού Αξιολόγησης της Ιατρικής Εκπαίδευσης (Enamed) αποκάλυψαν ότι περίπου 13.000 φοιτητές Ιατρικής, οι οποίοι βρίσκονται ένα βήμα πριν από την αποφοίτησή τους, δεν διαθέτουν τις ελάχιστες γνώσεις που θεωρούνται απαραίτητες για την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος.
Από τους περίπου 39.000 μαθητές της τελευταίας τάξης που αξιολογήθηκαν το 33% δεν κατάφερε να πιάσει τη βάση επάρκειας, η οποία είχε οριστεί στο 60%.
Πρόκειται για περίπου το ένα τρίτο των τελειοφοίτων που εξετάστηκαν, γεγονός που προκάλεσε έντονη ανησυχία τόσο στην επιστημονική κοινότητα όσο και στην κοινωνία συνολικά. Το Enamed θεσπίστηκε με στόχο να αποτυπώσει, για πρώτη φορά σε εθνικό επίπεδο, την πραγματική εικόνα της ποιότητας των σπουδών Ιατρικής στη χώρα.
Η εξέταση δεν είχε τιμωρητικό χαρακτήρα για τους ίδιους τους φοιτητές, αλλά σχεδιάστηκε ως εργαλείο αξιολόγησης των πανεπιστημιακών σχολών. Ωστόσο, τα αποτελέσματα ανέδειξαν βαθιές ανισότητες και σοβαρά ελλείμματα στη βασική ιατρική κατάρτιση, ιδίως σε ορισμένα ιδιωτικά ιδρύματα που πολλαπλασιάστηκαν τα τελευταία χρόνια, συχνά χωρίς επαρκή έλεγχο ποιότητας, υποδομές ή έμπειρο διδακτικό προσωπικό.
Η αποκάλυψη αυτή άνοιξε έναν οξύ δημόσιο διάλογο στη Βραζιλία. Ιατρικοί σύλλογοι, πανεπιστημιακοί και πολιτικοί μιλούν πλέον ανοιχτά για «κρίση στην ιατρική εκπαίδευση» και θέτουν το ερώτημα αν το σημερινό σύστημα μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια των ασθενών. Στο τραπέζι έχουν πέσει προτάσεις για αυστηρότερο έλεγχο και πιθανό κλείσιμο σχολών με συστηματικά χαμηλές επιδόσεις, καθώς και για την καθιέρωση υποχρεωτικών εξετάσεων επάρκειας πριν από την άδεια άσκησης επαγγέλματος, στα πρότυπα άλλων χωρών.
Πέρα όμως από τους αριθμούς, το ζήτημα αγγίζει μια βαθύτερη αντίφαση: την προσπάθεια μαζικής παραγωγής γιατρών σε μια χώρα με μεγάλες κοινωνικές ανισότητες και ελλείψεις στο σύστημα υγείας, χωρίς παράλληλη διασφάλιση της ποιότητας. Το εύρημα ότι χιλιάδες μελλοντικοί γιατροί δεν κατέχουν στοιχειώδεις γνώσεις λειτουργεί ως καμπανάκι κινδύνου. Δεν αφορά μόνο τη Βραζιλία, αλλά αποτελεί προειδοποίηση για κάθε χώρα που αντιμετωπίζει την εκπαίδευση στην Ιατρική ως ζήτημα ποσοτικών στόχων και όχι ως θεμέλιο της δημόσιας ασφάλειας και εμπιστοσύνης.
Τα βραζιλιάνικα ΜΜΕ καυτηρίασαν πως η εικόνα αυτή δεν συνιστά απλώς μια κακή χρονιά ή μια στατιστική απόκλιση. Αποτελεί ένδειξη δομικής δυσλειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος και, ταυτόχρονα, κοινωνικού ρήγματος. Οταν το 60% θεωρείται το ελάχιστο αποδεκτό επίπεδο γνώσεων και δεξιοτήτων και ένα τόσο μεγάλο ποσοστό μαθητών δεν το κατακτά, τότε το πρόβλημα δεν μπορεί να αναζητηθεί μόνο στους ίδιους τους μαθητές.
Οι χαμηλές επιδόσεις δεν κατανέμονται ομοιόμορφα. Τα σοβαρότερα προβλήματα εντοπίζονται σε συγκεκριμένα ιδρύματα, ενώ τα παλαιότερα δημόσια πανεπιστήμια εμφανίζουν σαφώς καλύτερη εικόνα, αν και όχι χωρίς αδυναμίες. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι τα μεγαλύτερα κενά καταγράφονται σε βασικούς τομείς, όπως η κλινική λήψη αποφάσεων, η διάγνωση και διαχείριση συχνών παθήσεων και η γνώση στοιχειωδών πρωτοκόλλων δημόσιας υγείας.
- Το όμορφο, κοινό βίντεο των Αστέρα και Ολυμπιακού για την Παγκόσμια Ημέρα κατά του καρκίνου
- Συγκλονίζει η Κέιτ Μίντλεντον για την μάχη της με τον καρκίνο: «Υπάρχει φόβος και εξάντληση, αγγίζει αμέτρητες ζωές»
- Μαζικές απολύσεις στη Washington Post: «Μία από τις πιο σκοτεινές ημέρες» στην ιστορία της αμερικανικής εφημερίδας







