Αυτή την περίοδο συναντιέστε με τρία έργα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους: σκηνοθετείτε τον «Αρχιμάστορα Σόλνες» του Ιψεν στο Υπόγειο του Τέχνης, και το «Αρωμα Γυναίκας» στο Βρετάνια, ενώ παράλληλα πρωταγωνιστείτε στο «Intra Muros», ένα έργο που μιλάει για τον εγκλεισμό. Πώς συνδέεστε με αυτό;
Είναι πολύ ωραία η ερώτησή σου και συνδέεται άμεσα με τη στήλη σου. Νομίζω ότι σε μια άλλη εποχή της ζωής μου, ή σε ένα άλλο έργο, δεν θα μπορούσα να απαντήσω με τον ίδιο τρόπο. Αυτό που με αγγίζει περισσότερο στο «Intra Muros» είναι η δύναμη που έχει το θέατρο να σου αλλάζει τη ζωή. Να γίνεται, κυριολεκτικά, η σωτηρία σου. Πιστεύω βαθιά στη θεραπευτική ικανότητα του θεάτρου. Και δεν μιλάω μόνο για μια ψυχική ανακούφιση, αλλά και για την πνευματική ίαση που προσφέρει. Μπορεί να σε μετακινήσει, να σε ξυπνήσει, να σου ανοίξει δρόμους που δεν ήξερες ότι υπάρχουν. Μπορεί, για παράδειγμα, να ειπωθεί μια φράση πάνω στη σκηνή, μια ατάκα που προέρχεται από μια συγκεκριμένη κατάσταση, και εσύ ξαφνικά να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου εκεί. Να πεις «αυτό μου συμβαίνει». Και εκείνη τη στιγμή κάτι αλλάζει. Αντίστοιχα, το ίδιο συμβαίνει και στους ηθοποιούς. Οπως λέει και το ίδιο το έργο, με έναν σχεδόν παιδικό και απλό τρόπο: ο ηθοποιός φέρει πάνω στη σκηνή δύο ζωές – τη ζωή του ρόλου και τη δική του ζωή. Αυτές οι δύο ζωές συναντιούνται, συγκρούονται, αλληλοφωτίζονται.
Πότε συνειδητοποιήσατε ότι το θέατρο είναι μια αναγκαιότητα, ο δρόμος που θέλετε να ακολουθήσετε;
Δεν υπήρξε μια συγκεκριμένη στιγμή που το κατάλαβα. Δεν θυμάμαι να λέω «τώρα αποφασίζω». Το ότι το θέατρο – και γενικότερα η τέχνη – μπορεί να σε σώσει, να σου κάνει καλό, το αντιλαμβάνεσαι στην πορεία. Και, κυρίως, πολύ αργότερα. Σήμερα, που βρίσκομαι πάνω από είκοσι χρόνια σε αυτή τη δουλειά, μπορώ να το πω με απόλυτη βεβαιότητα. Ενα ακόμη πολύ σημαντικό πράγμα που μου συνέβη στη ζωή μου ήταν ότι πήγα σε ψυχοθεραπεία – τα τελευταία χρόνια πάω σε ψυχίατρο. Το ταξίδι της ψυχανάλυσης άρχισε με αφορμή έναν χωρισμό και το τεράστιο άγχος που μου δημιούργησε, γιατί αισθανόμουν ενοχές.
Σε αυτό το σημείο της ζωής σας κοιτάζετε πίσω, επιστρέφετε στις ρίζες σας;
Ο,τι κι αν έζησα στην παιδική και εφηβική μου ηλικία συνέθεσαν μια ζωή πολύ γεμάτη, πολύ έντονη συναισθηματικά. Το βασικό είναι ότι πήρα αγάπη και το χρωστάω στους γονείς μου και στην ευρύτερη οικογένεια. Με τα λάθη τους, με τις κακές τους στιγμές, με όλα όσα μπορεί να κουβαλούσαν και εκείνοι, αυτό το εφόδιο είναι θεμελιώδες που πρέπει να το λαμβάνουν οι άνθρωποι στην παιδική τους ηλικία.
Τι σας προσφέρει αυτό το πολύτιμο συναίσθημα της αγάπης, ειδικά όταν εμπεριέχει την αποδοχή;
Μου έδωσε τη δυνατότητα να έχω μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση σε σχέση με άλλους ανθρώπους. Οταν μεγαλώνεις σε ένα περιβάλλον όπου σου λένε «α, τι ωραία που το κάνεις», «είσαι καλός σε αυτό», το πιστεύεις και προχωράς. Οι γονείς μου γελούσαν με τα αστεία μου. Αυτό, όσο απλό κι αν ακούγεται, παίζει τεράστιο ρόλο. Τώρα, το πώς το κουβαλάς αυτό στην ενήλικη ζωή, πώς το μεταφράζεις, πώς το ζυγίζεις, είναι μια άλλη κουβέντα. Εκεί αρχίζουν οι δυσκολίες, οι αμφιβολίες, οι συγκρούσεις.
Δεν κλονίστηκε ποτέ αυτή η αυτοπεποίθηση όταν βγήκατε έξω από το προστατευμένο περιβάλλον του σπιτιού; Οταν ήρθατε αντιμέτωπος με τον έξω κόσμο;
Οχι, δεν αμφέβαλα ποτέ γι’ αυτό. Υπήρξε όμως ένα κομβικό σημείο που άλλαξε ριζικά τη ζωή μου και είναι η μέρα που πέρασα τις εξετάσεις στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Μέχρι τότε ζούσα σε ένα κλασικό σπίτι, με δύο γονείς αστυνομικούς, στη Θεσσαλονίκη, στην Καλαμαριά. Οι συναναστροφές μου ήταν με παιδιά που έμοιαζαν πολύ με εμένα. Στη σχολή, όμως, γνώρισα ανθρώπους εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους. Πρώτα απ’ όλα τους συμφοιτητές μου. Ημασταν όλοι διαφορετικοί, αλλά όλοι αξιοθαύμαστοι. Ο καθένας έφερνε έναν δικό του κόσμο και ήταν υπέροχο να θέλεις να μπεις μέσα σ’ αυτόν, να τον ανακαλύψεις, να γίνεις κομμάτι του. Το ίδιο συνέβη και με τους δασκάλους μας. Εκεί άρχισα να έρχομαι σε πραγματική επαφή με το θέατρο. Μέχρι τότε δεν παρακολουθούσα συστηματικά παραστάσεις. Εκφραζόμουν καλλιτεχνικά, έκανα πράγματα, χωρίς να ξέρω ακριβώς τι είναι αυτό που κάνω. Οι σχολικές παραστάσεις είχαν περισσότερο τον χαρακτήρα του παιχνιδιού, κάτι που για μένα παραμένει βασικό στοιχείο της τέχνης. Στη σχολή ήρθα σε επαφή με έναν άλλον κόσμο, και μέσα από αυτόν άρχισα να έρχομαι σε επαφή και με τον δικό μου, εσωτερικό κόσμο. Το θέατρο σου δείχνει ότι μπορείς να βρεις τον δικό σου δρόμο, να ακούσεις τη δική σου φωνή και σιγά σιγά, να μάθεις να την εκφράζεις.
Απομακρυνθήκατε ποτέ από αυτό που περιγράφετε; Συγκρουστήκατε με την κανονικότητα;
Σε μικρότερη ηλικία δεν μπορείς να αντιληφθείς ακριβώς ποιος είσαι. Βίωσα πολύ άσχημα πράγματα ως παιδί. Ομως δεν πετάω τίποτα από αυτά. Υπήρχαν συμπεριφορές που τότε δεν μπορούσα να τις καταλάβω και σήμερα γνωρίζω ότι δεν ήταν καλές.
Θα τις χαρακτηρίζατε κακοποιητικές;
Θα μπορούσες να το πεις, ναι. Τη στιγμή που συνέβη ήταν τραυματικό, αν και το ξεπέρασα σχετικά γρήγορα. Ημουν ένα διαφορετικό παιδί. Πιο ευαίσθητο, πιο ρομαντικό. Δεν είχα τα ενδιαφέροντα που είχαν οι έφηβοι, τη συμπεριφορά που «μαθαίνουν» στα αγόρια ότι πρέπει να έχουν: ματσίλα, υποβάθμιση των κοριτσιών κ.λπ. Ισως να ήμουν και λίγο σνομπ, λίγο ακοινώνητος. Αυτό δημιουργούσε ένταση με τα «αλάνια» του σχολείου. Ημουν πιο καλλιτεχνική φύση και υπήρξα θύμα τόσο λεκτικής όσο και σωματικής βίας. Αποφεύγω να πω ότι ήταν «bullying», γιατί δεν θέλω να υποβαθμίσω το πραγματικό bullying που βιώνουν άλλα παιδιά. Θυμάμαι μια φορά που συνόδευα δύο κορίτσια σπίτι και κάποιοι με χτύπησαν πολύ άσχημα. Ολα αυτά, όμως, με έναν παράδοξο τρόπο, τροφοδότησαν αυτό που καλούμαι να κάνω σήμερα. Η σωτήρια στιγμή μου ήταν όταν έδωσα εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Κρατικού. Αν δεν είχε συμβεί αυτό, ίσως να ήμουν ένας πολύ πιο στεγνός άνθρωπος, κάνοντας μια δουλειά που δεν θα μου άρεσε καθόλου.
Δεν αμφιβάλατε ποτέ για την επιλογή σας;
Αμφιβάλλω συνεχώς. Και αυτή η αμφιβολία δεν συνδέεται με το τι μπορώ να δώσω στη δουλειά μου. Έχει να κάνει με τους ανθρώπους που βάζουν εμπόδια. Με όσους δεν αντιλαμβάνονται το προφανές και πρέπει να τους πείσεις για το αυτονόητο, με συμπεριφορές, με νοοτροπίες, με το γεγονός ότι όλα πρέπει να μεταφράζονται σε οικονομικό όφελος. Εκεί βρίσκεται η πραγματική φθορά. Και εκεί χρειάζεται, κάθε φορά, να θυμάσαι ξανά ποια ήταν η σωτηρία σου.







