Η εξάρτηση της Ευρώπης από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε στρατιωτικό επίπεδο είναι δεδομένη. Επιβεβαιώθηκε δε με τον πλέον αδιαμφισβήτητο τρόπο, στο πλαίσιο της διπλωματικής διελκυστίνδας για την παροχή των περίφημων «εγγυήσεων ασφαλείας» προς την Ουκρανία, καθώς οι Ευρωπαίοι που μετέχουν στη «συμμαχία των προθύμων» έχουν ουσιαστικά παραδεχτεί ότι χωρίς την ενεργό και πολύπλευρη αμερικανική στήριξη δεν μπορούν να καταφέρουν πολλά.
Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πως η εξάρτηση από τον «Μεγάλο Αδελφό» δεν περιορίζεται στο συγκεκριμένο μέτωπο. Ο πρόσφατος – ταπεινωτικός για πολλούς – συμβιβασμός με την Ουάσιγκτον αναφορικά με τους δασμούς μάλλον αποδεικνύει του λόγου το αληθές, καθώς οι Βρυξέλλες «σύρθηκαν» σε αυτόν προκειμένου να αποτρέψουν έναν καταστροφικό για την ΕΕ εμπορικο-οικονομικό πόλεμο, τις συνέπειες του οποίου οι «27» δεν θα ήταν σε θέση να αντέξουν.
Η ιστορία, όμως, δεν τελειώνει ούτε εκεί. Και αυτό διότι οι πάντες γνωρίζουν ότι ο πολυσυζητημένος «απογαλακτισμός» της Ευρώπης από τις ΗΠΑ περνά υποχρεωτικά μέσα από μια ακόμη επικίνδυνη στενωπό στην οποία κουμάντο κάνει επίσης η άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ή, για την ακρίβεια, οι πανίσχυρες αμερικανικές Big Tech, οι οποίες κυριαρχούν συντριπτικά και στην ευρωπαϊκή αγορά (τα σχετικά ποσοστά δεν επιδέχονται αμφισβήτηση) και είναι σε θέση να της προκαλέσουν μπλακάουτ εάν αποφασίσουν να «τραβήξουν την πρίζα». Σε μια τέτοια περίπτωση, «θα ήταν αδύνατη η πρόσβαση σε κρίσιμα δεδομένα, θα έπεφτε μαύρο στις ιστοσελίδες, ενώ ζωτικής σημασίας υπηρεσίες του κρατικού τομέα, όπως τα λειτουργικά συστήματα των νοσοκομείων, θα βυθίζονταν στο χάος» σημείωνε πρόσφατα μιλώντας στο BBC ο Ρόμπιν Μπέρχον, ειδικός σε ζητήματα ψηφιακής διακυβέρνησης, ο οποίος έχει ρόλο συμβούλου της ΕΕ.
Φαίνεται, μάλιστα, πως αυτό το σενάριο έχει επανέλθει στο προσκήνιο μετά το πρόστιμο ύψους 2,95 δισ. ευρώ εις βάρος της Google, που ανακοινώθηκε από την Κομισιόν την Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου, εξαιτίας των μονοπωλιακών πρακτικών του συγκεκριμένου ομίλου. Πολύ περισσότερο που έρχεται να προστεθεί στις καμπάνες των 500 και 200 εκατ. ευρώ αντιστοίχως που επιβλήθηκαν τον περασμένο Απρίλιο κατά της Apple και της Meta για παρόμοιο ουσιαστικά λόγο.
Η απειλή «Τραμπ 2»
Αρκετοί θα ισχυριστούν, φυσικά, ότι αυτά είναι πράγματα που δεν γίνονται εύκολα.
Οχι μόνο επειδή εξακολουθούν, σε γενικές γραμμές, να ισχύουν οι νόμοι της ελεύθερης αγοράς, κάτι που σημαίνει και ότι οι συμφωνίες οι οποίες έχουν συναφθεί δεν μπορούν να παραβιαστούν, αλλά και διότι η Ευρώπη αντιπροσωπεύει μια ιδιαιτέρως σημαντική αγορά για τους ομίλους που έχουν την έδρα τους στις ΗΠΑ.
Από την άλλη, έχει ήδη καταστεί σαφές πως στα χρόνια της διακυβέρνησης «Τραμπ 2» καμία βεβαιότητα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει αποδείξει, άλλωστε, πως διαθέτει μια μοναδική ικανότητα να εκπλήττει (συνήθως δυσάρεστα) τους εταίρους της χώρας του και να τους στριμώχνει στο καναβάτσο εκεί που δεν το περιμένουν με απρόβλεπτες κινήσεις.
Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που κάνει τον Μπέρχον να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και να προειδοποιεί τις κυβερνήσεις και τους θεσμούς της ΕΕ να «πάρουν σοβαρά» την απειλή ενός ψηφιακού μπλακάουτ με εντολή του Τραμπ.
«Η ιδέα ότι θα μπορούσε να δώσει εντολή για κατέβασμα του διακόπτη ή να κάνει κάτι άλλο το οποίο θα επέφερε σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις δεν είναι πλέον τόσο απίθανο όσο πριν από έξι μήνες» συνηγορεί και ο Ζακ Μέγιερς, διευθυντής του Ινστιτούτου CERRE των Βρυξελών, μιλώντας στο Politico.
Τα λόγια τους έρχονται να ενισχύσουν οι νέες εικόνες από τον «μήνα του μέλιτος» του Τραμπ με τις ηγεσίες των αμερικανικών Big Tech. Το δείπνο που παρέθεσε στους CEO αρκετών εξ αυτών την περασμένη Πέμπτη – παρόντες ήταν, ανάμεσα στους άλλους, οι Μπιλ Γκέιτς, Τιμ Κουκ, Μαρκ Ζάκερμπεργκ, Σαμ Άλτμαν, Σούνταρ Πίτσαϊ και Σάτια Ναντέλα – επιβεβαιώνει πως η παρουσία των περισσότερων εξ αυτών στην τελετή ορκωμοσίας του, στις 20 Ιανουαρίου, κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν.
Με άλλα λόγια, τα αφεντικά του κλάδου της τεχνολογίας μπορεί θεωρητικά να κινδυνεύουν να χάσουν από τον προστατευτισμό και την επιθετικότητα του Τραμπ, για την ώρα όμως δείχνουν να υποτάσσονται στα «θέλω» του, αναγνωρίζοντας την προτεραιότητα της πολιτικής σε αυτή τη δύσκολη και απρόβλεπτη συγκυρία, προσδοκώντας σε μακροπρόθεσμα οφέλη.
Φαίνεται, εξάλλου, ότι έχουν εναποθέσει στον Λευκό Οίκο τις περισσότερες ελπίδες τους για να διατηρήσουν την (προκλητικά) προνομιακή θέση που έχουν στην Ευρώπη. Και ο Τραμπ δεν τους χαλάει το χατίρι, απειλώντας την ΕΕ με νέες κυρώσεις και δασμούς στην περίπτωση που επιμείνει στα πρόστιμα και την επιβολή αυστηρού κανονιστικού πλαισίου. Αποδεικνύοντας, έτσι, πως αυτή η υπόθεση δεν θα τελειώσει ούτε εύκολα ούτε γρήγορα και επιδιώκοντας να οδηγήσει τους Ευρωπαίους σε μια ακόμη άνευ όρων υποχώρηση.






