Στον κόσμο του κινηματογράφου, όπου η υπερβολή είναι κανόνας και η δράση συχνά ξεπερνά τη φαντασία, υπάρχουν δύο κατηγορίες ηθοποιών που έχουν κατακτήσει μια ιδιαίτερη θέση στη συλλογική μνήμη των θεατών: Εκείνοι που σκοτώνουν τους πάντες και εκείνοι που… δεν επιβιώνουν σχεδόν ποτέ. Για χρόνια, τα ονόματα του Κιάνου Ριβς και του Σιν Μπιν έχουν ταυτιστεί με αυτές τις δύο «καταστάσεις». Ο πρώτος ως ο ασταμάτητος εκτελεστής του σύγχρονου action cinema και ο δεύτερος ως ο «καταραμένος» ήρωας που δύσκολα βλέπει το τέλος της ιστορίας ζωντανός.

Ωστόσο, μια εκτενής ανάλυση εκατοντάδων ταινιών έρχεται να ανατρέψει τις βεβαιότητες. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη – και σε αρκετές περιπτώσεις, εντελώς διαφορετική από ό,τι πιστεύει το κοινό.
Η εικόνα του «πιο φονικού» ηθοποιού δεν ανήκει τελικά στον Ριβς, αλλά σε πρόσωπα που έχουν συνδέσει την καριέρα τους με franchise δράσης και μαζικής καταστροφής. Στην κορυφή βρίσκεται η Μίλα Γιόβοβιτς, η οποία μέσα από τη σειρά ταινιών «Resident Evil» συγκεντρώνει έναν εντυπωσιακό αριθμό «θυμάτων», ξεπερνώντας κάθε άλλο όνομα. Ακολουθούν ο Τζετ Λι, με τη βαριά κληρονομιά του ασιατικού κινηματογράφου πολεμικών τεχνών, και ο Ντολφ Λούντγκρεν, σύμβολο της ωμής δράσης των δεκαετιών του ’80 και του ’90.

Η λίστα συνεχίζεται με θρυλικές φιγούρες όπως ο Αρνολντ Σβαρτσενέγκερ και ο Σιλβέστερ Σταλόνε, που έχτισαν ολόκληρη κινηματογραφική μυθολογία γύρω από τη βία και την επιβίωση. Στη σύγχρονη εποχή, ο Τζεϊσον Στεϊθαμ διατηρεί την παράδοση του «αποτελεσματικού εκτελεστή», ενώ πιο απρόσμενα ονόματα, όπως ο Κέβιν Κόστνερ και ο Νίκολας Κεϊτζ, αποδεικνύουν ότι η θνησιμότητα στο σινεμά δεν περιορίζεται μόνο στα καθαρόαιμα action movies.

Ο Ριβς, παρά τη φήμη του ως John Wick, καταγράφει σαφώς χαμηλότερες επιδόσεις, κάτι που δείχνει πως η ένταση και η αισθητική της βίας δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τον συνολικό αριθμό «θυμάτων». Με άλλα λόγια, η εντύπωση που δημιουργεί μια ταινία στον θεατή δεν αντανακλά πάντα την πραγματική της «στατιστική».
Από την άλλη πλευρά, όταν η συζήτηση στρέφεται στους ηθοποιούς που πεθαίνουν πιο συχνά στην οθόνη, η κορυφή ανήκει στον Ντάνι Τρέχο. Με δεκάδες θανάτους στο ενεργητικό του, έχει μετατραπεί σχεδόν σε σύμβολο της «θυσίας» στον κινηματογράφο. Δίπλα του βρίσκονται εμβληματικές μορφές του τρόμου και της επιστημονικής φαντασίας, όπως ο Κρίστοφερ Λι και ο Λάνς Χένρικσεν, ενώ ονόματα όπως ο Βίνσεντ Πραϊς και ο Μπόρις Καρλόφ επιβεβαιώνουν ότι το είδος του horror είναι σχεδόν… συνώνυμο με τον θάνατο.

Η παρουσία ηθοποιών όπως ο Τζον Χαρτ ή ο Ντένις Χόπερ υπογραμμίζει μια άλλη διάσταση: ότι ο θάνατος στο σινεμά δεν είναι μόνο αποτέλεσμα δράσης, αλλά και δραματουργικό εργαλείο, που χρησιμοποιείται για να ενισχύσει την ένταση και το συναίσθημα.
Και όμως, ακόμη και εδώ, ο Σιν Μπιν – το όνομα που έχει γίνει meme για τον «αναπόφευκτο θάνατο» – δεν βρίσκεται στην κορυφή. Αντίθετα, ξεχωρίζει μόνο όταν εξετάζεται το ποσοστό θανάτων σε σχέση με τις εμφανίσεις του. Εκεί, πράγματι, συγκαταλέγεται στους πρωταγωνιστές, μαζί με σύγχρονους ηθοποιούς όπως ο Kit Harington και ο Mahershala Ali, που έχουν ενσαρκώσει χαρακτήρες με υψηλή «πιθανότητα θανάτου».
Το συμπέρασμα είναι σαφές: το σινεμά λειτουργεί περισσότερο με συμβολισμούς και εντυπώσεις παρά με αριθμούς. Ο θεατής θυμάται τη δραματικότητα ενός θανάτου ή την ένταση μιας σκηνής μάχης, όχι απαραίτητα τη συχνότητα ή το σύνολο των γεγονότων. Έτσι, δημιουργούνται «μύθοι» που, αν και δεν στηρίζονται πάντα στα δεδομένα, έχουν μεγαλύτερη δύναμη από την ίδια την πραγματικότητα.
Σε μια εποχή όπου τα δεδομένα και οι αναλύσεις επιχειρούν να εξηγήσουν τα πάντα, το Χόλιγουντ συνεχίζει να αποδεικνύει ότι η αφήγηση – και όχι οι αριθμοί – είναι αυτή που τελικά καθορίζει τι μένει στη μνήμη. Και ίσως αυτό να είναι το πιο «θανατηφόρο» όπλο του κινηματογράφου.






