Μετά από έναν σύντομο επιτυχημένο κύκλο παραστάσεων την περσινή χρονιά, «Η φαλακρή τραγουδίστρια» επανέρχεται στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν από 21 Οκτωβρίου κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00. Το αριστούργημα του Ευγένιου Ιονέσκο, που σκηνοθέτησε η Σοφία Μαραθάκη, ανεβαίνει στη Σκηνή της Φρυνίχου για λίγες παραστάσεις.

Πρωταγωνιστούν οι Μάριος Παναγιώτου, Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, Κωνσταντίνος Παπαθεοδώρου, Μαρία Παρασύρη, Σοφία Μαραθάκη και Κωνσταντίνος Μωραἴτης.

Γραμμένο το 1948, το έργο «Η φαλακρή τραγουδίστρια» καθιερώνει ουσιαστικά το Θέατρο του Παραλόγου, καταρρίπτοντας όλους τους συμβατικούς κανόνες τις κλασικής δραματουργίας. Περιγράφοντας με παράδοξο τρόπο την τυποποιημένη καθημερινότητα της αστικής κοινωνίας, ο Ευγένιος Ιονέσκο αποκαλύπτει την ανεπάρκεια της γλώσσας ως μέσο επικοινωνίας και επιτίθεται σ΄ έναν κόσμο που μοιάζει να έχει χάσει τη μεταφυσική του διάσταση.

Ο κύριος και η κυρία Σμιθ υποδέχονται τον κύριο και την κυρία Μαρτέν μέσα στο εγγλέζικο αστικό σαλόνι τους. Όλοι μαζί προσπαθούν να διασκεδάσουν την ανία τους καταφεύγοντας σε κοινοτοπίες, όταν εισβάλλει ο Αρχηγός της Πυροσβεστικής, ο οποίος βρίσκεται σε μυστική αποστολή. Παράλληλα, η υπηρέτρια του σπιτιού, η Μαίρυ, φαντασιώνεται πως είναι ο Σέρλοκ Χολμς και απαγγέλει αυτοσχέδια ποιήματα.

Αιχμάλωτοι της συνήθειας, των άσκοπων γλωσσικών επαναλήψεων και των επιφανειακών σχέσεων, οι ήρωες του Ιονέσκο χαρακτηρίζονται από παντελή έλλειψη πνευματικότητας και συναισθηματικής νοημοσύνης, θύματα ενός κοινωνικού συστήματος που τους οδηγεί στη λήθη και τον πνευματικό αφανισμό.

Η φαλακρή τραγουδίστρια ανεβαίνει για πρώτη φορά στο Θέατρο Τέχνης το 1961 σε σκηνοθεσία του Καρόλου Κουν και μετάφραση του Κώστα Σταματίου, φέρνοντας το αθηναϊκό κοινό σε επαφή με την πρωτοποριακή ευρωπαϊκή θεατρική γραφή της εποχής.

Με όχημα τη νέα μετάφραση της Δήμητρας Κονδυλάκη, η Σοφία Μαραθάκη και η Ομάδα Θεάτρου Ατονάλ επιχειρούν ν΄ ανακαλύψουν εκ νέου το παράλογο σύμπαν του έργου, αντιμετωπίζοντας το ως «οικοδόμημα καταστροφής» που σιγά- σιγά καταρρέει αφήνοντας  να φανούν η πλήξη, η μοναξιά και η γελοιότητα που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο.

Η Σοφία Μαραθάκη μιλάει στα «ΝΕΑ» για την παράσταση, τη γλώσσα και το θέατρο του παραλόγου.

Στην δεύτερη σεζόν της παράστασης τι προκλήσεις αντιμετωπίζετε;

Οι προκλήσεις έχουν να κάνουν πρωτίστως με την ανάκληση όλων των στοιχείων που είχαν ήδη κατακτηθεί την περασμένη Άνοιξη.

Το θέατρο του παραλόγου που αντιπροσωπεύει η παράσταση, μπορεί να επεκταθεί κι εκτός σκηνής; Ισχύει και στην καθημερινότητά μας;

Το Θέατρο του παραλόγου γεννήθηκε από την καθημερινότητα όπως κάθε σπουδαία τέχνη. Αντλεί υλικό από την καθημερινότητα, τοηφιλτράρει, την αποδομεί και την αναδομεί δημιουργώντας ποίηση.

 

   

Οι άσκοπες γλωσσικές επαναλήψεις και οι επιφανειακές σχέσεις είναι κατά τη γνώμη σας το χαρακτηριστικό και των σημερινών κοινωνιών;

Σαφέστατα. Ίσως τώρα περισσότερο από ποτέ! Αν και μάλλον το ίδιο θα απαντούσε σ’ αυτή την ερώτηση και κάποιος άλλος  10,20,30 ή 100 χρόνια νωρίτερα. Χάνουμε πολύ χρόνο ασχολούμενοι με ανούσια πράγματα. Η μη επικοινωνία έχει μια παθητική βία που με τρομάζει και θεωρώ ότι αποτυπώνεται πρωτίστως στην ανούσια χρήση της γλώσσας.

Από το οικοδόμημα καταστροφής όπως το ονομάζετε, τι έχει απομείνει για να καταρρεύσει και στη νέα σεζόν;

Το οικοδόμημα χτίζεται κι αυτοκαταστρέφεται εκ νέου σε κάθε παράσταση. Το ίδιο το έργο υπονοεί την επανάληψή του. Είναι μια παγίδα, ένας τροχός σαν αυτόν που έχουν  τα χάμστε στα κλουβιά τους και τρέχουν μέχρι τελικής πτώσεως ώσπου να ξεκινήσουν πάλι απ’την αρχή…

Η φαλακρή τραγουδίστρια πλέον για σας τι αντιπροσωπεύει;

Αντιπροσωπεύει τον χορό πάνω στην ελεγεία του παράλογου κόσμου που ζούμε.  Χορός επειδή το έργο είναι ασύλληπτα παιγνιώδες και το επίπεδο ενέργειας  των ηθοποιών είναι ακριβώς αυτό του ξέφρενου χορού και τραγουδιού. Η Φαλακρή Τραγουδίστρια είναι για μένα η υπενθύμιση μιας παιδικότητας που κινδυνεύει να χαθεί για πάντα.

Νιώθετε κι εσείς στιγμές όπως ο Ιονέσκο πως η γλώσσα δεν μπορεί να είναι κατάλληλο όργανο επικοινωνίας;

Η γλώσσα είναι ένα φυσικό φαινόμενο κι όπως όλα τα φυσικά φαινόμενα χαρακτηρίζεται από αντινομίες και παραδοξότητα. Η γλώσσα μπορεί να είναι μια ωδή στο κενό, στην ανοησία, στη βλακεία. Αλλά και μια λέξη αρθρωμένη όταν και όπως πρέπει, μπορεί να είναι πλήρης νοημάτων κι αισθημάτων. Συνήθως εμείς ευτελίζουμε τη γλώσσα . Ούτως ή άλλως,  ξεκινώντας από βασικές αρχές γλωσσολογίας όπως το σημαίνον και το σημαινόμενο, η ανθρώπινη διάνοια και δημιουργικότητα έχει αποδείξει πόσο μπορεί να απομονώσει τη φόρμα από το περιεχόμενο, να τα συνταιριάλει με παράδοξους τρόπους γεννώντας συνεχώς νέα νοήματα. Συνήθως όταν λέμε μια λέξη πχ σκέψη, αγάπη, αλήθεια, στην πράξη , θέλοντας να “εφαρμόσουμε” το περιεχόμενό τους, υιοθετούμε ποικίλες ίσως και αντίθετες πρακτικές.

Η ανία τελικά καταστρέφεται με κοινοτοπίες όπως αυτές του ζευγαριού Σμιθ ή επιδεινώνεται;

Η ανία δυναμώνει και μεγαλουργεί μέσα από τις κοινοτοπίες.  Η κοινοτοπία είναι ο ζωτικός χώρος της ανίας και τούμπαλιν. Προσπαθούμε να την ξορκίσουμε μιλώντας κι επινοώντας διαφορετικά θέματα συζήτησης αλλά καθώς αυτά που εκφωνούμε έχουν διαφορετική φόρμα μεν, κοινό περιεχόμενο δε, χοροπηδάμε συνεχώς στο ίδιο σημείο και τίποτα δεν αλλάζει, δε μετασχηματίζεται. Κι ό,τι δεν αλλάζει, πεθαίνει. Πιστεύω βαθιά ότι η ανία, η συνεχής κι αδιάκοπη ανία, οδηγεί στον πρόωρο θάνατο. Μεταφορικά ή κυριολεκτικά.