Πολυμελή σπείρα που έκλεβε αυτοκίνητα από πολλές περιοχές της χώρας, εξάρθρωσαν οι αστυνομικοί της Ασφάλειας Πατρών, συλλαμβάνοντας 13 άνδρες, ηλικίας από 25 έως 48 ετών, καθώς και μια 30χρονη, σε Αχαΐα, Αττική και Βέροια. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις τα μέλη της σπείρας διέπρατταν κλοπές κατά παραγγελία.

Όπως ανέφερε κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου ο γενικός αστυνομικός διευθυντής Δυτικής Ελλάδας, ταξίαρχος Νικόλαος Κοτρωνιάς, «οι αστυνομικοί μέχρι σήμερα έχουν εξιχνιάσει συνολικά 110 κλοπές οχημάτων, ενώ έχουν κατασχεθεί 70 κλεμμένα οχήματα».

Επίσης, σύμφωνα με τον κ. Κοτρωνιά, «η δράση των μελών της σπείρας τοποθετείται γεωγραφικά σε πολλές περιοχές της χώρας, ενώ το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν τα μέλη της από την παράνομη δράση τους ξεπερνά το 1.000.000 ευρώ».

Από την πλευρά του, ο αστυνομικός διευθυντής Αχαΐας, ταξίαρχος Βασίλειος Τσούρας, επισήμανε ότι «οι αστυνομικοί της Ασφαλείας Πατρών, εξετάζουν ακόμη 70 περιπτώσεις πώλησης οχημάτων από τα μέλη της σπείρας, προκειμένου να διακριβωθεί αν και αυτά είναι προϊόντα κλοπής», προσθέτοντας ότι «έχουν ταυτοποιηθεί επτά συνεργοί των συλληφθέντων».

Στη συνέχεια, ο προϊστάμενος του γραφείου Δημοσίων Σχέσεων και Ενημέρωσης, αστυνόμος Β΄Ιγνάτιος Τριανταφύλλου, αναφέρθηκε στη δράση της σπείρας, λέγοντας ότι οι κλοπές είχαν ξεκινήσει από το 2011.

Ειδικότερα, όπως είπε ο κ. Τριανταφύλλου, «τα μέλη της σπείρας αφού διέπρατταν κλοπές αυτοκινήτων, κυρίως μικρού κυβισμού, με καλή μεταπωλητική αξία, στη συνέχεια παραποιούσαν τα χαρακτηριστικά τους και τα διέθεσαν προς πώληση, είτε αυτούσια είτε τμηματικά ως εξαρτήματα, σε άλλους πολίτες».

Μάλιστα, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «τα μέλη της σπείρας είχαν αναπτύξει "δίκτυο πελατών", φθάνοντας στο σημείο να διαπράττουν κλοπές κατά παραγγελία, δηλαδή, αφαιρούσαν συγκεκριμένα μοντέλα αυτοκινήτων, κυρίως για να αντικαταστήσουν άλλα ιδίου τύπου, που είχαν υποστεί βλάβες ή φθορές».

Επίσης, όπως είπε, «σε πολλές περιπτώσεις αναζητούσαν οχήματα που είχαν υποστεί βλάβες, λόγω τροχαίου ατυχήματος, μέσω ιστοσελίδων, αλλά και με φυσική παρουσία σε συνεργεία αυτοκινήτων, ακόμη και στο εξωτερικό, τα οποία αγόραζαν και στη συνέχεια τα εισήγαγαν στην Ελλάδα, όπου τα ταξινομούσαν».

Έπειτα, όπως συμπλήρωσε, «είτε τοποθετούσαν ανταλλακτικά από τα κλεμμένα αυτοκίνητα σε αυτά που είχαν βλάβη είτε πλαστογραφούσαν στους αριθμούς πλαισίου των κλεμμένων αυτοκινήτων, τους αριθμούς πλαισίου που είχαν τα τρακαρισμένα αυτοκίνητα και τα παρουσίαζαν ως "νόμιμα"».

Ταυτόχρονα, για να καλύπτουν οι δράστες τα ίχνη τους, σε περίπτωση αποσυναρμολόγησης οχημάτων, εξαφάνιζαν τα μέρη τα οποία περίσσευαν και μπορούσαν να οδηγήσουν στην ταυτοποίηση των κλεμμένων αυτοκινήτων, τα οποία στη συνέχεια κατέστρεφαν σε διαλυτήρια μετάλλων.

Επίσης, σύμφωνα με τον κ. Τριανταφύλλου, «για να μην εντοπίζονται οι δράστες, αφού αφαιρούσαν τα οχήματα, τα εγκατέλειπαν για μικρό χρονικό διάστημα σε γειτονικές περιοχές και όταν βεβαιώνονταν ότι δεν είχαν αναζητηθεί μέσω συστήματος γεωγραφικού εντοπισμού, τα μετέφεραν σε ελεγχόμενους χώρους και κυρίως σε τέσσερα συνεργεία αυτοκινήτων που χρησιμοποιούσε η σπείρα».

Τέλος, σε έρευνες που πραγματοποίησαν οι αστυνομικοί παρουσία δικαστικού λειτουργού, σε σπίτια και αποθηκευτικούς χώρους των συλληφθέντων, βρήκαν, μεταξύ άλλων, 500 γραμμάρια κάνναβης και αναβολικά χάπια, ένα πιστόλι, 15 φυσίγγια πυροβόλου όπλου διάφορων διαμετρημάτων και πολλά παραποιημένα ανταλλακτικά αυτοκινήτων.