Ένα έργο για τη μνήμη ως ταυτότητα, πολιτική και απώλεια στην εποχή της απόλυτης καταγραφής και αναπαραγωγής είναι η παράσταση «Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια» του Θωμά Τσαλαπάτη που ανεβαίνει κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Θέατρο 104 (Ευμολπιδών 104, Γκάζι, τηλ. 210-3455020, είσοδος 5-12 ευρώ).

 

Η Νικόλ Δημητρακοπούλου υπογράφει τη σκηνοθεσία και πρωταγωνιστεί μαζί με την Άλκηστη Νικολαϊδη.

 

Δύο αυτές γυναίκες αφηγούνται επί σκηνής κοινές μνήμες και παραλλαγές των αναμνήσεών τους, ανάμεσα σε διαφορετικά στοιχεία καταγραφής, ανάμεσα σε μονολόγους που επαναλαμβάνονται, συνδιαλέγονται και σπάνε,  διατυπώνοντας μια κοινή αφήγηση γύρω από την ταυτότητα, το παρελθόν, την μνήμη και την κατασκευή της.

 

Ποια είναι η πολιτική της μνήμης; Πως γίνεται να ξεχνάς σε μια εποχή που όλα καταγράφονται; Τι είναι αληθινό και τι όχι, σε μια ανάμνηση θολή σαν την πραγματικότητα και διαυγή σαν το ψέμα; Όλα αυτά τα ερωτήματα περνάνε από τη σκηνή της παράστασης.

 

Η παράσταση ανέβηκε για πρώτη φορά σε μορφή αναλογίου στο Maison de la Poésie στο Παρίσι σε σκηνοθεσία Laurence Campet και μετάφραση της Clio Mavroeidakos καθώς και στο Φεστιβάλ Αναλόγιο, μέλος του οργανισμού EFA/EFFE (European Festivals Association/ Europe for Festivals- Festivals for Europe), που αποτελεί έναν επιτυχημένο θεσμό που είναι αφιερωμένος στο θέατρο και στη σύγχρονη γραφή, δραματική και σκηνική, και διοργανώθηκε φέτος για 15η συνεχή χρονιά, 21-27 Σεπτεμβρίου 2018.

 

Ο συγγραφέας του έργου μιλάει στα «Νέα» για την έμπνευση πίσω από το κείμενό του, την Μόνικα Βίτι και τις αναμνήσεις.

 

Τι σας ενέπνευσε για να γράψετε το έργο;

Αφορμή στάθηκε η είδηση πως η ιταλίδα ηθοποιός Μόνικα Βίτι πάσχει από τη νόσο του Αλτσχάιμερ και δεν θυμάται πια. Η είδηση γέννησε ένα σύντομο χρονογράφημα. Αλλά τελικά το κείμενο και οι διάφορες προβληματικές που ξεκινούσαν από αυτό έμειναν μέσα μου και συνέχιζαν τη διαδρομή τους αυτόνομα. Το γεγονός πως μια γυναίκα έχει μείνει καταγεγραμμένη στην αιωνιότητα και άφθαρτη  μέσα στην εντυπωσιακή της όψη, ενώ η ίδια ταυτόχρονα αδυνατεί να θυμηθεί. Το γεγονός πως θα την θυμόμαστε για πάντα σταθερή και νέοι θεατές θα την γνωρίζουν, κυρίως μέσα από τις τέσσερις εκείνες ταινίες του Αντονιόνι. Ενώ το σώμα ταυτόχρονα ζει μια δική του ζωή αποσπασμένο από την εικόνα, το σώμα διπλώνει, μικραίνει, γίνεται μια σκέτη ρυτίδα και χάνεται. Η αντίθεση αυτή γέννησε όλο το έργο.

Ποια είναι η κεντρική προβληματική του;

Το έργο μιλά για τη διαδικασία της μνήμης στην εποχή της απόλυτης καταγραφής. Δεν έχει σχέση με την αρρώστια του αλτσχάιμερ αλλά με την μνήμη καθ αυτή. Όχι τόσο για το θυμάμαι όσο για το προσπαθώ να θυμηθώ. Για το τι σημαίνει θυμάμαι και τι ξεχνώ ενώ όλα είναι έκθετα στα μάτια των φακών, των μέσων καταγραφής και των κινητών τηλεφώνων. Για το πώς η ίδια η ταυτότητα γίνεται κάτι σχετικό όταν οι αναμνήσεις και η πραγματικότητά τους γίνονται ρευστές. Για το ποια είναι η πολιτική χρήση της μνήμης και με τι όρους το παρελθόν επιτάσσει το παρόν μας.

Γιατί επιλέξατε να βάλετε δύο γυναίκες να αφηγούνται μονολόγους; Δημιουργούν πιο δυνατές εικόνες οι παρουσίες τους επί σκηνής;

Η ίδια η δομή του μονολόγου βρίσκεται στο κέντρο του έργου.  Μονόλογος σημαίνει μοναξιά, απομόνωση και ανάγκη μέσω της ομιλίας να φτάσω στην επαφή. Οι παράλληλες ομιλίες που δεν συναντιούνται, οι επαναλήψεις και οι παραλλαγές των ίδιων θεμάτων, η τελική ανάδυση του διαλόγου στο σημείο που ο μονόλογος φτάνει στο πλήρες αδιέξοδο είναι δομή αλλά και περιεχόμενο του έργου.

Δεν είμαι σίγουρος τελικά γιατί επέλεξα να είναι όλες οι φωνές γυναικείες. Αντικειμενικά είναι πιο δύσκολη διαδικασία στη γραφή για μένα. Από την άλλη υπάρχει κάτι το ψυχικά πιο σύνθετο στη γυναίκα, μια άλλη γείωση στον χρόνο μέσα από τη γέννα, την απώλεια της νεότητας, η φθορά νομίζω είναι πιο αιχμηρή.

Στην εποχή της απόλυτης καταγραφής και αναπαραγωγής, η μνήμη μπορεί να σβήσει ή να ξεφτίσει;

Σήμερα ειδικά η μνήμη ξεφτίζει μέσα στον θόρυβο της, χάνεται μέσα στον  υπερθετικό της βαθμό. Όσο περισσότερη μνήμη υπάρχει άτακτα γύρω μας τόσο λιγότερο θυμόμαστε.  Δεν υπάρχει μεγαλύτερο «ξεχνώ» από την απαγόρευση της λήθης που συναντούμε στο διαδίκτυο, στα timeline μας, στις εικονικές υπενθυμίσεις των εικονικών μας φίλων.

Η Μόνικα Βίτι ποια είναι τελικά; Θα μπορούσε να είναι υπαρκτό πρόσωπο; Μία από μας;

Είναι μια ζωντανή ανάμνηση που χάνεται ενώ ταυτόχρονα επιβιώνει εμμονικά. Μια αντίθεση χρόνου έξω από τον χρόνο, αποσπασμένη ώστε να μας θυμίζει πως το παρελθόν είναι ρευστό και βρίσκεται ακόμα όλο μπροστά μας.

Οι αναμνήσεις μπορεί να κρύβουν τελικά παγίδες και να οδηγούν σε λάθος μονοπάτια;

Τείνουμε να αντιμετωπίζουμε την ανάμνηση ως κάτι στατικό και δεδομένο. Σαν ένα άλμπουμ φωτογραφιών που όσος καιρός και αν περάσει οι φωτογραφίες παραμένουνε σταθερές. Στην πραγματικότητα όμως νομίζω πως οι αναμνήσεις είναι τελείως ρευστές. Αλλάζουν ανάλογα με το παρόν μας, τις επιθυμίες και τους φόβους μας, εξιδανικεύονται και παραχαράσσονται, μετατρέπονται σε αναμνήσεις αναμνήσεων και τελικά η νέα μορφή τους, το νέο μας παρελθόν ορίζει και το παρόν μας. Οι αναμνήσεις γίνονται παγίδες όταν το παρόν κινδυνεύει. Τόποι που μοιάζουν με καταφύγια αλλά μπορούν να μετατραπούν σε εκατόμβες πραγματικοτήτων που παρήλθαν.