Τα προβλήματα της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας βρέθηκαν στο επίκεντρο συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων Κλωστοϋφαντουργών, που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα υπό την προεδρία του Ελευθερίου Κούρταλη.

Όπως επισημαίνεται σε σχετική ανακοίνωση, η ελληνική κλωστοϋφαντουργία, παρά την μεγάλη συρρίκνωση που υπέστη όλα αυτά τα χρόνια, όχι μόνο λόγω των μνημονίων αλλά και λόγω του απηνούς ανταγωνισμού από τρίτες χώρες χαμηλού κόστους, όπως η Κίνα, η Ινδία και το Πακιστάν, κατάφερε να παραμείνει όρθια, και μεγάλο μέρος του κλάδου να λειτουργεί και να εξάγει το 10% των συνολικών βιομηχανικών εξαγωγών, ήτοι 1,7 δισ. ευρώ. για το 2017, αυξημένο το 2108 κατά 8%.

Σύμφωνα με τον ΣΕΒΚ, η κλωστοϋφαντουργία θα μπορούσε να συμβάλει στην ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της χώρας και στην αύξηση του ΑΕΠ της, εάν υπάρξει πολιτική βούληση για στήριξη του κλάδου, ο οποίος σήμερα υπολειτουργεί (παρά τις μεγάλες εξαγωγικές του δυνατότητες) και να επανέλθει σε πλήρη λειτουργία.

Για την επανεκκίνηση του κλάδου, το ΔΣ του ΣΕΒΚ παραθέτει τα εξής αναγκαία μέτρα:

– Αλλαγές στη άσκηση αλλά και στην χάραξη νέας πολιτικής, προς την κατεύθυνση της επαναβιομηχάνισης της χώρας.

– Πάγωμα για 5 χρόνια εκ μέρους των τραπεζών, των οφειλών των βιώσιμων μονάδων του κλάδου, οι περισσότερες από τις οποίες είναι εξαγωγικές, και επαναχρηματοδότηση για επενδύσεις, αγορά πρώτων υλών και βάμβακος με μειωμένα επιτόκια.

– Τραπεζική χρηματοδότηση των εξαγωγών των επιχειρήσεων του κλάδου, βάσει εξαγωγικού συμβολαίου και εκχωρήσεως φορτωτικών εγγράφων.

– Για έναν κατ" εξοχήν ενεργοβόρο κλάδο όπως η κλωστοϋφαντουργία, το ενεργειακό κόστος στην παραγωγική διαδικασία αποτελεί το 30% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας του προϊόντος. Για την κλωστοϋφαντουργία απαιτείται εξίσωση της τιμολογιακής πολιτικής για τους καταναλωτές Μέσης Τάσης, με εκείνην των πελατών της Υψηλής Τάσης.

– Το εργασιακό κόστος υπεισέρχεται κατά 25% στο κόστος παραγωγής, και ως εκ τούτου απαιτείται αυτοσυγκράτηση από πλευράς πολιτείας, εργοδοτών και εργαζομένων, ώστε κάθε αύξηση να είναι συνδεδεμένη με την ανταγωνιστικότητα και τις δυνατότητες του κλάδου. Οι φορείς του κλάδου τάσσονται υπέρ:

α) της κατάργησης της υποχρεωτικής διαιτησίας,

β) της υπεροχής των επιχειρησιακών συμβάσεων εργασίας έναντι των κλαδικών, και

γ) της δυνατότητας επέκτασης των κλαδικών και όχι των ομοιο-επαγγελματικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

– Νομοθετική ρύθμιση των «οικιστικών πυκνώσεων», λόγω του ότι αρκετές επιχειρήσεις του κλάδου αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα.

– Μείωση στο 20% της φορολογίας των εξαγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου.

– Αποτελεσματικό και μικρότερο κράτος, με μείωση της γραφειοκρατίας και συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα.