Οποιος παρακολουθεί τον Σωτήρη Δημητρίου από το πρώτο πεζογραφικό του βιβλίο, το «Ντιαλίθ' ιμ, Χριστάκη», ώς το δέκατο τρίτο με τον τίτλο «Τα όνειρά μου δέλουν», θα λογαριάσει ως κάτι απολύτως αναμενόμενο το δέκατο τέταρτο βιβλίο του, επίσης συλλογή με διηγήματα, με τον εξαιρετικά ευρηματικό τίτλο «Θάμπωσε ο νους». Αν και πολύ πιο σύμφωνος με το πνεύμα των είκοσι έξι διηγημάτων του βιβλίου αυτού θα ήταν ο τίτλος του πρώτου κιόλας διηγήματός του «Το μυστικό του κόσμου». Μας μπάζει σε μια συγγραφική διαδικασία που αποκαλύπτεται, ενώ έχει ολοκληρωθεί το διάβασμα του βιβλίου, σε λειτουργία σύνολης της ανθρωπότητας τόσο για τις αποτυπωνόμενες μορφές της περιπέτειάς της όσο και για τις άλλες που δεν θα διανοούνταν κανείς να τις καταγράψει, και το «Θάμπωσε ο νους» άλλοτε τις περιέχει και άλλοτε τις υπαινίσσεται.
Σαν εξομολόγηση
Για παράδειγμα, μπορεί να μη μάθει ποτέ κανείς τι είπε ο ένας αδελφός στο αφτί του άλλου στην παραλιακή λεωφόρο του Φαλήρου, στο «Μυστικό του κόσμου», αλλά στην ουσία και τα είκοσι έξι διηγήματα του «Θάμπωσε ο νους» μοιάζει να επέχουν τη θέση μιας εξομολόγησης, όπως θα γινόταν ανάμεσα σε άγνωστους μεταξύ τους ανθρώπους, αν τύχαινε να συναντηθούν. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, που θα έλεγες ότι τα διηγήματα αποτελούν κεφάλαια ενός μυθιστορήματος. Οσο άγνωστοι μπορεί να είναι ο Φώτης στον «Αμνό του Θεού», που ξεκίνησε παλικάρι ακόμη ως άθεος και κατέληξε εκκλησιαστικός επίτροπος, με τον αυτόχειρα οικοδόμο του «Θάμπωσε ο νους», ενώ το ενδεχόμενο να ήταν άλλη η ζωή τους, αντί να τους απομακρύνει, τους φέρνει όλο και πιο κοντά. Σχεδόν σαν ο ήρωας του ενός διηγήματος να είναι προϋπόθεση του ήρωα ενός άλλου και, όπως ακριβώς στους διδύμους στο «Μυστικό του κόσμου», ο θάνατος του ενός σχεδόν μεταβάλλει τον δεύτερο σε ανύπαρκτο για όσους διατηρούσαν κάποια σχέση μαζί τους, το ίδιο και ο Σπύρος Μάνος του διηγήματος «Ψηλή» «συναντιέται» με τη Δανάη του «Μυστικού», και οι δύο μαζί με την επιμελήτρια των εκδόσεων και τον σελιδοποιό στο διήγημα «Ο σελιδοποιός». Ενώ η όποια συγκυρία φέρνει τους δεύτερους να παντρεύονται μέσα σε έναν μήνα από τη γνωριμία τους, η ίδια συγκυρία θα κρατήσει για πάντα άγνωστους ανάμεσά τους τον Σπύρο Μάνο με τη Δανάη.
Σύνολη ανθρωπότητα
Αν τώρα απολύτως ελληνικές περιοχές και πόλεις όπως είναι το Ζάππειο, η Γλυφάδα, ο Ισθμός της Κορίνθου, τα Γιάννινα και η Πάτρα τις χαρακτηρίζουμε ως «σύνολη ανθρωπότητα», είναι γιατί ένας κατεξοχήν «εγχώριος» συγγραφέας όπως ο Σωτήρης Δημητρίου (ακόμη κι όταν φτάνει ώς την Αλβανία) θα μπορούσε να διεκδικήσει τον χαρακτηρισμό του οικουμενικού με την έννοια ακριβώς του Παπαδιαμάντη. Οσο καταλυτικό και αν είναι το γεωγραφικό πλαίσιο, το ανθρωπολογικό καταστάλαγμα να είναι αυτό που κυρίως ενδιαφέρει καθώς θα το διεκδικούσε εξίσου ένας Λάπωνας ή ένας Νοτιοαμερικανός. Επομένως θα έκρινε ως άστοχη κανείς την παράθεση στο οπισθόφυλλο πέντε «ενημερωτικών» προτάσεων του ίδιου του συγγραφέα, σε σχέση με το τι είναι το βιβλίο, καθώς αποδεικνύεται για μία ακόμη φορά πως οι χειρότεροι κριτές του έργου τους είναι οι ίδιοι οι δημιουργοί. Η πραγματικά ταπεινόφρων επεξήγηση του Σωτήρη Δημητρίου φαίνεται να αδικεί κατάφωρα το βιβλίο του με όσα μας λέει, δηλαδή «τα διηγήματα δεν είναι αυθεντικά. Είναι από χίλιες μεριές διαμεσολαβημένα· και απ' την "αυθεντικότητα". Αλλά τα ψέματα μπορεί κατά στιγμές και κατά όψεις να περιέχουν αλήθεια. Και αντιστρόφως. Είναι μάλλον αυθαίρετες κατασκευές από τα υλικά της ρευστής και χαώδους ζωής. Ισως χρησιμεύουν - κυρίως οι μορφοποιήσεις τους - ως παρηγορητικές λαβές».
Η ναρκοθέτηση
Μοιάζει να σε προσανατολίζουν σαν να πρόκειται για κάτι εξαιρετικό, σε μια αυτονόητη, οικεία αλήθεια της λογοτεχνίας, ενώ τα ίδια τα διηγήματα χαρτογραφούν μια μάλλον αδιερεύνητη - λογοτεχνικά πάντα - περιοχή του συλλογικού ψυχισμού. Με έναν τρόπο μάλιστα ευθύβολο, ακαριαίο, ασθματικό θα έλεγε κανείς, αν μια εξαιρετικά επεξεργασμένη γραφή δεν νομιμοποιούσε ένα πρωτοφανέρωτο στην πεζογραφία μας στοιχείο: με το να τοποθετείται το κορυφαίο εύρημα κάθε διηγήματος στο μέσον ή και στην αρχή ακόμα του κειμένου, κάνει την αναπόφευκτη κοινοτοπία του κλεισίματος να αποκτά μια εντελώς ξεχωριστή λάμψη, ενώ το αναγνωστικό ενδιαφέρον έχει παραμείνει αμείωτο ώς το τέλος. Σαν να προοιωνίζεται τη δημιουργία ενός καινούργιου διηγηματικού ήρωα ο Σωτήρης Δημητρίου, με την έννοια ενός ανθρώπου που όσο πιο ξεκομμένος και απομονωμένος από το κοινωνικό σύνολο εμφανίζεται τόσο πιο εκφραστικός του συνόλου αυτού αποδεικνύεται. Με μια συνήθως σύντομη φράση, τοποθετημένη σχεδόν στην τύχη και πρωτίστως αμέριμνα μέσα στην όλη σύνθεση, η ανορθοδοξία μιας συμπεριφοράς ναρκοθετείται στον ίδιο βαθμό που καταγγέλλεται, χωρίς ίχνος λεκτικής αποστροφής, η κανονικότητα ώστε ανορθοδοξία και κανονικότητα να μεταβάλλονται στις όψεις ενός και του αυτού νομίσματος και, είτε αυνανίζεσαι κατά μόνας είτε από ένα συγγενικό σου πρόσωπο, να παραμένουν και οι δύο ως πράξεις τόσο αδιερεύνητες όσο και η πιο απροσπέλαστη φιλοσοφικά σκέψη. Εξού και το θάμπωμα του νου.
Η αλληλουχία
Περιστατικά σαν διαλεγμένα στην τύχη, είτε συμβαίνουν στην οδό Βουκουρεστίου είτε στα Γιάννινα, διατηρούν μια βαθύτατη αλληλουχία έτσι ώστε μια αφαιρετική πρόταση - αδικαιολόγητη με την πρώτη ματιά - να μη δημιουργεί κανένα κενό στο διάβασμα. Και η ύπαρξη μέσα στα διηγήματα ονομάτων, είτε πρόκειται για τον Διονύσιο Σολωμό και τον φανταστικό συγγραφέα Γρηγόρι Σταματίοβιτς του φανταστικού μυθιστορήματος «Σεληνόφως στις σημύδες» είτε για τη Μαίρη Λίντα, τον Μανώλη Χιώτη, τον Δημήτρη Μητροπάνο και τον Μιχάλη Μενιδιάτη, να γίνεται το αποδεικτικό μιας ανθρωπογεωγραφίας που, παρά τον ασφυκτικό της χαρακτήρα, η αφηγηματική ευταξία του Σωτήρη Δημητρίου την κάνει ευφρόσυνα περιηγήσιμη. Καθώς όση μυστικότητα και εσωτερικότητα χαρακτηρίζουν καθετί που γίνεται στους ιδιωτικούς χώρους των είκοσι έξι διηγημάτων του «Θάμπωσε ο νους», τις ίδιες ακριβώς αναγνωρίζει κανείς σε όλες τις κινήσεις και τις πράξεις των αποσυνάγωγων και περιθωριακών ηρώων του Σωτήρη Δημητρίου που συντελούνται μέσα στο φως των δημόσιων και των ανοιχτών χώρων.

Σωτήρης Δημητρίου
Θάμπωσε ο νους
Εκδ. Πατάκη, 2017, σελ. 136
Τιμή: 10,50 ευρώ