Eίσαι κοντά 40 και ζεις ακόμη με τους γονείς σου. Τίποτα από όσα ήξερες δεν έχει μείνει ίδιο. Η γειτονιά σου δεν είναι πια η καλύτερη και εσύ δεν μπορείς πλέον να παινεύεσαι για το ότι μένεις εκεί. Η ισορροπία στην πολυκατοικία σου έχει αλλάξει δραματικά κι εσύ ως Ελληνας ανήκεις στη μειονότητα. Τα βγάζεις με το ζόρι πέρα. Σκέφτεσαι να πιεις ακόμη και καφέ κι ο μετανάστης που ζει δίπλα σου τρώει το παγωτό που λιγουρεύεσαι. Και ένας άγνωστος που συναντάς τυχαία στο τρένο σού λέει ότι η περιοχή όπου μεγάλωσες, η Βικτώρια, τυπικά δεν υφίσταται και ότι υπάρχει μόνο πλατεία και σταθμός του ηλεκτρικού με αυτό το όνομα. Πώς αντιδράς;
Αυτός είναι ο ήρωας της πρώτης νουβέλας του Γιάννη Τσίρμπα «Η Βικτώρια δεν υπάρχει» που πάνω της βασίστηκε η ταινία «Πλατεία Αμερικής» («Amerika Square») του Γιάννη Σακαρίδη _ η οποία στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης κέρδισε το βραβείο Firpesci και το ειδικό βραβείο της επιτροπής, ο Βασίλης Κουκαλάνι κέρδισε για την ερμηνεία του το βραβείο καλλιτεχνικής επίτευξης, ενώ στα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου κατέκτησε το βραβείο μοντάζ.
Γραφή γρήγορη. Κοφτή. Από εκείνη που δημιουργεί εικόνες συχνά σκληρές, σαν εκείνες που αν προβάλλονταν στην τηλεόραση θα συνοδεύονταν από σχετική προειδοποίηση. Σκηνές που ο ήρωας έχει βιώσει και τις αναπαράγει με την ωμότητα όχι απλώς του αυτόπτη μάρτυρα αλλά του παθόντος. Και τις περιγράφει με την αγανάκτηση του ανθρώπου που δεν μπορεί να εξηγήσει, όπως παραδέχεται, πώς και γιατί έχουν αλλάξει όλα στο περιβάλλον του.
Κι αν αυτός ο δυνάμει χρυσαυγίτης - ο οποίος μπορεί να μην παρουσιάζεται πουθενά οργανωμένος αλλά σκέφτεται και αντιδρά ως μέλος της συγκεκριμένης οργάνωσης - διηγείται τη ζωή του στον συνταξιδιώτη του που κάθεται απέναντί του στο κουπέ του τρένου προς Αθήνα, ταυτόχρονα ο συγγραφέας παρεμβάλλει ένα άλλο ταξίδι, αυτή τη φορά στον χρόνο.
Μια διαδρομή βίας, πόνου κι αδικίας, που δεν έχει να κάνει με πρόσφυγες και μετανάστες. Βίας που είναι γέννημα - θρέμμα τούτου εδώ του τόπου, της νοοτροπίας του, της ιστορικής συγκυρίας, της αμφισβήτησης ή της κατάχρησης εξουσίας. Μικρές, αλλά γενναίες δόσεις σκληρότητας, που διακόπτουν την αφήγηση, η οποία τρέχει στο παρόν.
Ρόλο έχει κι ο ακροατής του κεντρικού αφηγητή. Ενας άνθρωπος που όλα αυτά τα γνωρίζει σχεδόν αποκλειστικά από τα δελτία ειδήσεων, που αμφισβητεί την ύπαρξη της περιοχής Βικτώρια, που ζει μια απρόσβλητη από όλα αυτά ζωή στην Αγία Παρασκευή και που προσπαθεί να ξεφύγει από την εξομολόγηση του συνταξιδιώτη του χαζεύοντας τις προσφορές που κατακλύζουν το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο. Η σιωπή του συχνά είναι καταλυτική. Η σκέψη του επικριτική όταν ακούει ότι ο άνδρας του απέναντι καθίσματος σκέφτεται να εξοντώσει με φόλες τους ξένους που άλλαξαν την όχι και ιδιαιτέρως τακτοποιημένη ζωή του. Φτάνοντας στην τελευταία σελίδα, πάντως, ο αναγνώστης μένει να αναρωτιέται αν τελικά μέσα από αυτές τις ιστορίες o συγγραφέας θέλησε να δικαιώσει έστω και σε μικρό βαθμό τον αγανακτισμένο κάτοικο της Βικτώριας, όχι όμως και τις αντιδράσεις του, ο οποίος κατακρίνεται μέσα από την ασφάλεια που τον χωρίζει από άλλες, ανέγγιχτες από την εισβολή μεταναστών γειτονιές.

Γιάννης Τσίρμπας
Η Βικτώρια δεν υπάρχει
Εκδ. Νεφέλη, 2013, σελ. 61
Τιμή: 7 ευρώ