Ο Τζέραλντ Ντάρελ γεννήθηκε στις αρχές του 1925 στην τότε βρετανική Ινδία, όπου ο πατέρας του είχε διοριστεί ως μηχανικός. Το 1935, σε ηλικία 10 ετών, μετακόμισε με τη μητέρα και τα τρία αδέλφια του (μεγαλύτερος των οποίων ήταν ο τότε 23χρονος, μετέπειτα πασίγνωστος συγγραφέας του «Αλεξανδρινού κουαρτέτου» Λόρενς Ντάρελ) στην Κέρκυρα. Εκεί γνωρίστηκε με πολλούς και ποικίλους ντόπιους απ' όλα τα κοινωνικά στρώματα, μεταξύ των οποίων ο γιατρός και φυσιοδίφης Θεόδωρος Στεφανίδης. Ανέπτυξε μεγάλο ενδιαφέρον για την κερκυραϊκή φύση από την οποία εμπνεύστηκε το «Η οικογένειά μου και άλλα ζώα», που τον καθιέρωσε ως ζωολόγο, ακτιβιστή και συγγραφέα.
Με τον σύζυγό της να έχει πεθάνει  χρόνια πριν και τα οικογενειακά χρήματα να πλησιάζουν στο τέλος τους, η μητέρα Λουίζα Ντάρελ, ύστερα από προτροπή του Λόρενς, πουλάει το καινούργιο τους σπίτι και με τα τέσσερα παιδιά της εγκαταλείπει την Αγγλία. Ο Λόρενς ήδη φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας και ο Τζέραλντ τον σατιρίζει έξοχα σε πολλά σημεία του βιβλίου για τον εγωκεντρισμό, την κομπορρημοσύνη και τη φιλοδοξία του. Η αδελφή του Μάγκι περνάει τον χρόνο της με δίαιτες για την ακμή, ενώ ο έτερος αδελφός, ο Λάρι, είναι σαλεμένος με τα όπλα και τις κατασκευές. Οταν η μητέρα τούς ανακοινώνει ότι μετακομίζουν στην Κέρκυρα, κανείς δεν ενθουσιάζεται με την ιδέα, πόσω μάλλον όταν ανακαλύπτουν ότι στο νησί δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα, όμως η ιδέα ενός φτηνού μεσογειακού τόπου με υπέροχο καιρό φαντάζει ιδανική στο μυαλό της Λουίζα. Μόλις εγκαθίστανται στην πρώτη από τις τρεις βίλες που εμπνέουν και την κεφαλαιοποίηση του βιβλίου, στον έκθαμβο με τη νέα του πατρίδα μικρό Τζέραλντ αναπηδά σαν το γάργαρο νερό η ιδέα της ενασχόλησης με τη φύση. Και στην Κέρκυρα της εποχής θα βρει τον παράδεισό του περνώντας ατέλειωτες ώρες με τον σκύλο του Ρότζερ, ανακαλύπτοντας την άγρια πανίδα και χλωρίδα του νησιού, διασχίζοντας τους ατέλειωτους ελαιώνες, παρατηρώντας την ερωτική ζωή των χελωνών και των σκορπιών, υιοθετώντας και μεγαλώνοντας μια κουκουβάγια και μελετώντας με φανατισμό ακόμη και την υποθαλάσσια ζωή.
Το βιβλίο είναι λοιπόν αυτοβιογραφικό, περιηγητικό και ζωοφιλικό, συνεχίζοντας τη μακρά αγγλοσαξονική φυσιολατρική παράδοση και δίνοντας σάρκα και οστά σε ένα μεγάλο κεφάλαιο της σύγχρονης οικολογικής προβληματικής. Περιγράφει χαριτωμένα, με οξύτατη παρατηρητικότητα και υποδόριο χιούμορ, τη ζωή της οικογένειας Ντάρελ στη νέα της πατρίδα μεταξύ 1935 και 1940. Αποτελεί δε το πρώτο μέρος της λεγόμενης κερκυραϊκής  τριλογίας του μαζί με τα «Πουλιά, κτήνη και συγγενείς» και «Ο κήπος των θεών». Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1956 με τεράστια επιτυχία και αποτέλεσε το υλικό για μια επιτυχημένη σειρά του BBC το 1987, μια κινηματογραφική ταινία το 2005 και ένα θεατρικό έργο το 2006, στην 50ή επέτειο κυκλοφορίας του. Τα επεισόδια εναλλάσσονται με οξυδερκείς παρατηρήσεις για την άγρια ζωή και οι έξοχες περιγραφές του ελληνικού τοπίου με ανθρωπολογικού τύπου παρατηρήσεις πλήρεις κατανόησης και συμπάθειας προς την ανθρώπινη φύση. Για τον Ντάρελ η ζωή είναι ένα ατελεύτητο πανηγύρι, οι άνθρωποι πιο αξιοπερίεργα όντα από τα σαμιαμίδια και η οικογένειά του το άκρον άωτον της παραδοξότητας. Με τα μάτια του 11χρονου, ρουφάει οτιδήποτε η καθημερινότητα μπορεί να του προσφέρει, προς μέγιστη φρίκη των οικείων του όταν ανακαλύπτουν πως η μπανιέρα τους είναι γεμάτη συλλεκτικά φίδια και ότι σκορπιοί έχουν φυλαχθεί σε σπιρτόκουτα.
 Ο Τζέραλντ δεν είχε πάει σε δημόσιο σχολείο αλλά είχε μορφωθεί από τη μητέρα του και άλλους φίλους της οικογένειας κατ' οίκον. Δυσκολεύτηκε, όπως ήταν φυσικό, να βρει μετά τον πόλεμο επαγγελματική απασχόληση. Εντέλει προσλήφθηκε σε ένα κατάστημα κατοικίδιων ζώων και αργότερα στον ζωολογικό κήπο Γουίπσνειντ εκπληρώνοντας το μεγαλύτερο όνειρό του - να δουλεύει με τα ζώα.
Στη συνέχεια άρχισε η διεθνής του καριέρα που τον έκανε διάσημο στη ζωοφιλική κοινότητα και μεταξύ των εθελοντικών οργανώσεων προστασίας της φύσης. Συμμετείχε σε πολλές ζωολογικές αποστολές, όπου οι συμμετέχοντες συνέλεγαν ζώα με σκοπό να τα πουλήσουν σε ζωολογικούς κήπους ή και σε συλλέκτες. Λόγω ωστόσο της υπερβολικής του ζωοφιλίας, οι αποστολές αυτές τον εξάντλησαν οικονομικά, αφού μεταξύ άλλων τάιζε τα ζώα με τις καλύτερες τροφές, τους εξασφάλιζε ιδανικές συνθήκες διαβίωσης και δεν τα πουλούσε παρά μόνο επιλεκτικά.
Μετά τον γάμο του με τη Ζακλίν Γούλφεντεν (την οποία «έκλεψε» γιατί οι γονείς της δεν επιθυμούσαν τον γάμο με αυτό τον ιδιόρρυθμο άνθρωπο), με ενθάρρυνση δική της και του αδελφού του Λόρενς, ο Τζέραλντ Ντάρελ άρχισε να γράφει το χρονικό των περιπετειών του με τα ζώα με απώτατο στόχο τη συγκέντρωση χρημάτων για να εκπληρώσει τον σκοπό του, να αφοσιωθεί στην προστασία της άγριας ζωής. Το πρώτο του βιβλίο «Η υπερφορτωμένη Κιβωτός» (The overloaded Arc) σημείωσε τεράστια επιτυχία και από τότε θεωρήθηκε δικαίως συγγραφέας διεθνούς κύρους σε ζητήματα προστασίας της άγριας ζωής.
Ο προβληματισμός του για τον τρόπο που λειτουργούσαν οι ζωολογικοί κήποι εκείνης της εποχής και η πεποίθησή του ότι θα έπρεπε να αποτελούν χώρους προστασίας - και όχι εκμετάλλευσης και έκθεσης - για τα ζώα τον οδήγησαν στην απόφαση να δημιουργήσει τον δικό του. Η αποστολή του στο Βόρειο Καμερούν το 1957 είχε ως βασικό στόχο τη συγκέντρωση ζώων που θα αποτελούσαν τον πυρήνα αυτού του κήπου, όταν θα έβρισκε τον κατάλληλο χώρο. Αυτή η αποστολή επίσης κινηματογραφήθηκε και αποτέλεσε το κυρίως υλικό για την ταινία «To Bafut with Beagles».

Η μελαγχολία
«Αυτό το λαμπερό κομματάκι νησιού στο Ιόνιο»
Ο Ντάρελ ίδρυσε το Jersey Zoological Park (σήμερα Durell Wildlife Park) το 1958, στη νήσο Τζέρσι της Μάγχης. Επειτα από μια ακόμα επιτυχημένη αποστολή για τη συλλογή ζώων υπό εξαφάνιση ή υπό διωγμό στην Αφρική, το 1959, ο Ζωολογικός Κήπος άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό. Σταδιακά μεγάλωσε σε μέγεθος και φήμη, με αποτέλεσμα η επιχείρηση να οδηγηθεί στη συνέχεια στη δημιουργία του Durell Wildlife Conservation Trust το 1963, του Wildlife Preservation Trust International το 1971 και άλλων αξιόλογων ιδρυμάτων. Επέλεξε το ντόντο, το εξαφανισμένο είδος πουλιού από τον Μαυρίκιο, ως λογότυπο του ιδρύματος και του ζωολογικού του κήπου. Οι δυσχέρειες της ζωής στη φύση οδήγησαν τον Ντάρελ σε ποικίλα ιατρικά προβλήματα διαμέσου των ετών και εντέλει στον θάνατό του το 1994. 
Ας σημειωθεί πάντως ότι τα χρόνια της παραμονής της οικογένειας στην Κέρκυρα, ο αδελφός του Λόρενς είχε επίσης κρατήσει σημειώσεις για ένα βιβλίο σχετικά με το νησί, αλλά μόλις προς το τέλος του πολέμου και ενώ ζούσε πια στην Αλεξάνδρεια μπόρεσε να το γράψει. Στο Prospero’s Cell («Η σπηλιά του Πρόσπερου», Μεταίχμιο) ο Λόρενς Ντάρελ περιγράφει λοιπόν την Κέρκυρα ως «αυτό το λαμπερό κομματάκι νησιού στο Ιόνιο» με νερά «σαν τον χτύπο της καρδιάς του ίδιου του κόσμου». Δεν μπορεί παρά να μελαγχολήσει κανείς σήμερα στη σκέψη πόσο λίγα στοιχεία του ελληνικού τοπίου από όσα θαυμαστά περιέγραψαν οι αδελφοί Ντάρελ έχουν απομείνει έπειτα από τρία τέταρτα του αιώνα.

Gerald Durrell
Η οικογένειά μου και άλλα Ζώα
Μτφ. Μαρίνα Δημητρά, Δήμητρα Σίμου 
Εκδ. Καλειδοσκόπιο 2015, σελ. 407
Τιμή: 15,50 ευρώ