Λίγοι αλλά σημαίνοντες οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί μύθοι. Δίπλα στους μεγάλους αρχαιοελληνικούς και ανατολικούς πολιτισμούς που τροφοδότησαν την παγκόσμια συνείδηση αλλά και την παγκόσμια λογοτεχνία, τέχνη, φιλοσοφία και επιστήμη, οι μύθοι του Δον Κιχώτη, του Αμλετ, του Πέερ Γκιντ, του Δον Ζουάν, του Ζίγκφριντ και βεβαίως του Φάουστ φύτρωσαν και καρποφόρησαν για να σημασιοδοτήσουν την ευρωπαϊκή συνείδηση. Αν ο κατάλογος σηκώνει, ας αναφερθούμε και στη ρατσιστική παράδοση του μύθου του περιπλανώμενου Ιουδαίου. Οι περισσότεροι από τους ευρωπαϊκούς αυτούς μύθους γεννήθηκαν για να ερμηνεύσουν τη μεγάλη μετάβαση από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση, από τον θρησκευτικό δογματισμό στην ορθολογιστική σκέψη και συχνά στην ελευθεριότητα ως ακραία απόληξη του δυτικού ατομισμού.
Ο Δον Κιχώτης αναζητεί τη χαμένη ιπποτική ευγένεια πολεμώντας τη μίζερη πεζότητα, ο Αμλετ ανακαλύπτει και κατατρύχεται από την αμφιβολία, ο Πέερ Γκιντ ψάχνει να βρει τον εαυτό του. Ο Δον Ζουάν καταργεί κάθε ηθικό πρόταγμα προτάσσοντας ως μοναδική του αρχή την ηδονή και την ατομική ικανοποίηση.
Ο Φάουστ έγινε στη συνείδηση του Γκαίτε, που τον απέσπασε από τη λαϊκή του περιπέτεια και τις μεσαιωνικές του εκδοχές, το σύμβολο του ανθρωπολογικού προτύπου που διεκδικεί ο Μεσαίωνας και προοικονομεί ο αναγεννησιακός ανθρωπισμός και εν συνεχεία ο Διαφωτισμός που θύει και απολύει στον ορθό λόγο. Χωρίς τη γνώση της μεγάλης πολιτιστικής επανάστασης της «Εγκυκλοπαίδειας» που προετοίμασε το σκεπτικό της αστικής Γαλλικής Επανάστασης, ο «Φάουστ» ως κείμενο ανάγνωσης του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι αδιανόητο να προσεγγιστεί. Και βέβαια δεν είναι ένα μανιφέστο, είναι μια μεγαλειώδης κριτική του πολιτισμού. Πρόσφατα κυκλοφόρησε επιτέλους στα ελληνικά ένα από τα πλέον θεμελιώδη κείμενα αυτού που συνοπτικά ονομάζουμε Φιλοσοφία της Ιστορίας. Είναι το βιβλίο του Τζιανμπατίστα Βίκο «Η νέα επιστημονική γνώση» σε μετάφραση του Γιώργου Κεντρωτή (εκδόσεις Γκούτενμπεργκ). Ο Γκαίτε είναι πνευματικός συνοδοιπόρος με τον Καντ και το Εγελο, για να αναφερθώ σε δύο ακρογωνιαίους λίθους του ευρωπαϊκού πνεύματος. Πίσω του έχει τον Ρουσό, τον Βολταίρο και τον Ντιντερό και όλα τα μεγάλα ανοίγματα στην ανθρώπινη τόλμη της ερμηνείας.
Οταν λοιπόν καταπιάνεται με τα δύο μέρη της κολοσσιαίας σύνθεσης του «Φάουστ» που του αφιερώνει σχεδόν όλη του τη ζωή, άλλο δεν κάνει από το να συνοψίσει (ιδιοφυώς σίγουρα) τον πνευματικό αγώνα του ευρωπαϊκού Πάσχα –το πέρασμα από το σκοτάδι στο φως, από το δόγμα στα φώτα.
Το πέρασμα δεν είναι ούτε ανώδυνο ούτε απλό. Οσοι προηγήθηκαν, ο Κοπέρνικος, ο Γαλιλαίος, ο Καρτέσιος, ο Μονταίνιος, ο Θερβάντες, ο Ραμπελέ, ο Δάντης, οι ελισαβετιανοί, άφησαν πίσω τους τεκμήρια μιας ανελέητης πάλης με αγκυλώσεις, στερεότυπα, αντιδράσεις και προκαταλήψεις.
Ο αμλετικός Φάουστ ξεκινάει με μια μεγάλη και κάθετη αμφιβολία. Σχεδόν καρτεσιανή. Ο Καρτέσιος δήλωνε πως αμφιβάλλει για όλα, για το μόνο που δεν αμφιβάλλει είναι η αμφιβολία του! Ο Φάουστ βγαίνοντας από τον Μεσαίωνα παραμένει αξεδίψαστος, αμφιβάλλων και πνευματικά ανέστιος και πένης. Και τότε, αναζητώντας μεταφυσικό σωσίβιο, ο Θεός του στέλνει με σφραγισμένο από τον ίδιο τον Θεό διαβατήριο τον Σατανά να τον δοκιμάσει στους πειρασμούς του alter ego του. (Δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί η Κατερίνα Ευαγγελάτου αφαίρεσε τις εναρκτήριες σκηνές «στον ουρανό» με τον διάλογο Θεού – Μεφιστοφελή, το έργο έχασε τη φιλοσοφική, θεολογική και μεταφυσική του διάσταση).
Ο Γκαίτε δεν είναι παραδομένος στη γοητεία του απόλυτου κύρους του ορθού λόγου και των άλλων δογματικών του υλιστικών προκαταλήψεων. Στο πρώτο μέρος του «Φάουστ» (που παίζεται) προσπαθεί να βρει τον δρόμο προς την αλήθεια μέσα από τη συκοφαντημένη από τον Μεσαίωνα αγάπη του προδομένου χριστιανισμού. Και υποκύπτει στην ασέλγεια, στον βιασμό, στην απάτη. Το φινάλε του πρώτου μέρους όπου η προδομένη Μαργαρίτα, βρεφοκτόνος και καταδικασμένη σε διά πυράς θάνατο, διακηρύσσει μέσα στο μαρτύριό της τον έρωτά της είναι μια ευθεία αναφορά στο επεισόδιο της πόρνης του ευαγγελίου, όπου ο Χριστός υπόσχεται τον Παράδεισο στην αμαρτωλή διότι «πολύ ηγάπησε». Αυτό σημαίνουν οι τελευταίες φράσεις του «Φάουστ» –Μεφιστοφελής: «Εκρίθη». Φωνή (εξ ουρανού): «Εσώθη».
Ο Γκαίτε νομίζω πως, κρίνοντας την ελευθεριότητα των ηθών που πρυτάνευσε στην Εποχή των Φώτων, διατρέχοντας την ηθική του «Αιμίλιου» του Ρουσό έως τα έργα του λιμπερτίνου Ντε Σαντ, εισάγει το εκπληκτικό μέρος του έργου του που ονομάζεται «Βαλπούργεια νύχτα». Αν κανένας δεν αναγνωρίζει στο οργιώδες αυτό πανηγύρι του πανηδονικού σεξ την κριτική του Γκαίτε στα ανηθικολογικά κείμενα του μαρκήσιου Ντε Σαντ, δεν μπορώ να σκεφτώ ποια άλλη ηθική υπομνηματίζει.
Γιατί κανείς δεν μπορεί να αποφύγει την απόλυτη μαγγανεία που ασκούν στον ενστικτώδη άνθρωπο και η τελετουργία μιας πρωτόγονης μαγείας και το μυητικό τελετουργικό μιας ερωτικής πανδαισίας. Ενας συνειδητά σοβαρός αναγνώστης του «Φάουστ» δεν μπορεί να αγνοεί το όλο σχέδιο του ευρωπαϊκού αυτού λογοτεχνικού και στοχαστικού μνημείου.
Και γνωρίζουμε πως ο Γκαίτε, παρακολουθώντας την πορεία του πνεύματος από τον ελληνικό κλασικισμό στον ευρωπαϊκό κλασικισμό και από εκεί στον ρομαντισμό, άρα την πορεία από την ισορροπία, τη δικαιοσύνη των πλατωνικών αρετών, της σοφίας, της ανδρείας και της σωφροσύνης στην ανισορροπία των παθών και στον ίλιγγο των ενστίκτων, προσπάθησε να βρει μια νέα ισορροπία που να υπερβαίνει το δίπολο Φάουστ – Μεφιστοφελής, ορθός λόγος – πάθος, κλασικό – ρομαντικό, γι’ αυτό και στο δεύτερο μέρος του έργου του (που δεν παίζεται παρά σπάνια –πρόσφατα ολόκληρο το έργο ανέβασε ο Πέτερ Στάιν) παντρεύει την Ωραία Ελένη με τον Φάουστ και ο γάμος ελληνικού κάλλους με τον ρομαντικό οίστρο έφερε στον κόσμο τον Ευφορίωνα, το παιδί αυτού του μεικτού γάμου που όμως πέθανε στην κούνια του! Ιδού η μεγαλοφυής κριτική του Γκαίτε. Ο Φάουστ και το είδωλό του, ο Μεφιστοφελής, που αποθεώνουν όχι τον λόγο αλλά την πράξη, εμπεριέχουν όλα τα ηθικά, πολιτικά και αισθητικά αδιέξοδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού και όλες τις τερατογονίες, τον φασισμό, τον ναζισμό, τον σταλινισμό, τον προτεσταντισμό και το τέκνο του, τον καπιταλισμό.
Ολοι οι ιδεολογικοί και πολιτισμικοί και οικονομικοί «-ισμοί» γεννήθηκαν από τον διάλογο του Φάουστ με τον Μεφιστοφελή.
Ο Γκαίτε (το έχω ξανασημειώσει) στους διαλόγους του με τον Εκερμαν ρωτιέται τη χρονιά που τελείωσε τον «Φάουστ» και πέθανε: «Δάσκαλε, τι είναι ειμαρμένη;». «Ειμαρμένη, μοίρα, πεπρωμένο, φίλε μου, είναι ο τρόπος που λειτουργούσε στην αρχαιότητα από τον Ομηρο έως τον Αισχύλο και έως τον Αριστοτέλη η ιστορία. Στις μέρες που ζούμε ειμαρμένη ονομάζεται Ναπολέων»! «Εν αρχή είν’ η πράξις» = Φάουστ.
Στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, με δική του συμπαραγωγή με την εταιρεία Λυκόφως, η Κατερίνα Ευαγγελάτου δίδαξε (κυριολεκτικά) μια συντομευμένη εκδοχή του πρώτου μέρους του «Φάουστ». Κριτήριο της εκδοχής της η ερωτική ιστορία και το τραγικό τέλος της σχέσης Φάουστ – Μαργαρίτας μέσα σ’ ένα πλαίσιο εποχής που σηματοδοτείται από το πέρασμα από το σκότος στο φως.
Η παράσταση γειώθηκε ως υπόθεση, αλλά αισθητικά απογειώθηκε με μια καθαρά εξπρεσιονιστική αισθητική. Αν εξπρεσιονισμός είναι η πρυτανεύουσα πρόταξη της φόρμας, τότε η Ευαγγελάτου έχτισε μια εξαίσια κατεντράλα που έφτασε σε ένα εκπληκτικό κρεσέντο στη «Βαλπούργεια νύχτα».
Το σκηνοθετικό αυτό διαμάντι είναι μνημείο ερμηνευτικής και οργιώδους ανθολογίας, ο ρυθμός ως κυρίαρχος νόμος του σύμπαντος κίνησε την ομάδα των οργιαστών (εκπληκτικά ευάγωγα αγόρια και κορίτσια της Δραματικής Σχολής του Πειραϊκού Συνδέσμου) και λειτούργησε ως φίλτρο μετατροπής του τρόμου σε ρυθμό ώστε να ακουστεί λυτρωτικά η τελική σωτηρία της αμαρτωλής που πολύ ηγάπησε.
Η μετάφραση, δοκιμασμένη, του Σπύρου Ευαγγελάτου είναι απόκτημα της λογοτεχνίας μας. Τα σκηνικά της Μανιδάκη και τα κοστούμια της Σύρμα εξαίσια. Ο συνθέτης Γιώργος Πούλιος είναι απόκτημα της παιδείας μας και η χορογραφία της Πατρίσιας Απέργη γεγονός ορχήστρας. Ο Νίκος Κουρής είναι ηθοποιός ποιητικού γένους (Φάουστ) αλλά ο Πανταζάρας (Μεφιστοφελής) εγγράφει υποθήκη για μεγάλες αναβάσεις. Εξοχη η «παιδική» Μαργαρίτα της Νάνσυς Σιδέρη και γειωμένη η Μάρθα της Βλαγκοπούλου.
Σε μια εποχή που οι κλασικοί βανδαλίζονται, ο Γκαίτε της Ευαγγελάτου είναι πνευματικό λουτρό.