Εβλεπα τις προάλλες, με αφορμή την επέτειο των 16 χρόνων από τον εμπρησμό της Μαρφίν, τους ελάχιστους που συγκεντρώθηκαν για να τιμήσουν τα θύματα του άγριου κοινωνικού αυτοματισμού εκείνης της περιόδου. Η μελαγχολία που προκαλούσε η ευάριθμη συγκέντρωση ερχόταν σε ειρωνική αντίθεση με την προθήκη του καταστήματος πίσω από τους παρευρισκόμενους.
Το όνομά του «ζαχαρένιο» και «ροζ». Πολύ λίγο για να «φωτίσει» και να «χρωματίσει» έναν ιστορικό, κεντρικό δρόμο της Αθήνας, που λες κι απορρόφησε όλους τους κραδασμούς της οικονομικής κρίσης. Και σαν μια κατάρα να βαραίνει αυτήν την οδό που κάποτε λαμποκοπούσε· μοιάζει να μην μπόρεσε ποτέ να ξεφύγει από αυτήν τη συνθήκη, παρά τις προσπάθειες κάποιων τολμηρών επιχειρηματιών. Μια μουντίλα σέρνεται ακόμη στη Σταδίου, έναν από τους δρόμους της προσωπικής μου μυθολογίας.
Εδώ έκανα τις καλύτερες διαδρομές των παιδικών μου χρόνων. Ξεκινώντας από την Πανελλήνιο Αγορά, το πιο φαντασμαγορικό κατάστημα παιχνιδιών στη δεκαετία του 1960. Εκεί συνάντησαν τα κορίτσια της γενιάς μου τις πρώτες Μπάρμπι και γύρισαν την πλάτη τους στις κούκλες – μωρά. Oπως κάναμε πέρα τα Φιδάκια και τις Τρίλιζες, όταν ανακαλύψαμε τους Φωτεινούς Παντογνώστες που άναβαν φωτάκια και βαρούσαν σειρήνες όταν έβρισκες τη σωστή απάντηση. Λίγο παρακάτω, μια στροφή στην Κοραή όπου η βιτρίνα της Ατλαντίδας, τίγκα στα Κλασικά Εικονογραφημένα. Με τις παράξενες αλλά και γοητευτικές ζωγραφιές στα εξώφυλλα, με έκαναν να αισθάνομαι σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Και πιο κάτω το Ατενέ, οι Αφοί Λαμπρόπουλοι, εκεί όπου τα μικρά κορίτσια ανακαλύπτουν στα ρούχα αφορμές ενηλικίωσης.
Η Σταδίου με περίμενε να μεγαλώσω. Και με υποδέχθηκε στα πρώτα μου επαγγελματικά βήματα. Το στούντιο όπου, όταν δούλευα στη δισκογραφική Lyra, πήγαινα καθημερινά. Και μετά, ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη στη μικρή της πάροδο. Ηταν τότε που μάθαινα την «άλλη» ιστορία της. Να εδώ δολοφονήθηκε τον Ιούλιο του 1965 ο Σωτήρης Πέτρουλας, το λέει η πλάκα στον τοίχο. Και ποιο είναι αυτό το μαγαζί απέναντι που δεν το πρόσεχα, όταν ήμουν παιδί; Ο Κάουφμαν ήταν και μετά τις πρώτες φορές που πέρασα το κατώφλι του ήταν σαν να άφησα πίσω μου, μαζί με την Ατλαντίδα, την παιδική μου ηλικία. Και ο Απόλλων και το Αττικόν· δεν θυμάμαι σε ποιον από τους δύο είδα το «Πυρετός το Σαββατόβραδο» χορεύοντας πάνω στην καρέκλα. Και μετά, στα χρόνια της εκτόξευσης του γειτονικού Χρηματιστηρίου, η Σταδίου απέκτησε για λίγο μια ψευδαίσθηση αντανάκλασης Νέας Υόρκης. Κούνια που μας κούναγε…
Θεωρώ ότι η κατάρα της Σταδίου άρχισε το 1981 με τον εμπρησμό του Λαμπρόπουλου· για χρόνια έμενε το κουφάρι του καταστήματος πριν ανοικοδομηθεί. Οι ανάσες ακμής δεν ήταν αρκετές, ώστε να την κρατήσουν για πάντα ζωντανή. Ηρθαν και οι εμπρησμοί σε Μαρφίν, Απόλλωνα και Αττικόν και την αποτέλειωσαν. Σήμερα, με δυσκολία την περπατάω έως τουλάχιστον την πλατεία Κλαυθμώνος. Είναι σαν να μου φωνάζει τη φθορά της και βιάζομαι να φύγω, να βγω στην Πανεπιστημίου. Και τότε έρχονται οι στίχοι του Γιάννη Ξανθούλη και με αποτελειώνουν: «Οταν περπατώ στην Πανεπιστημίου, πάντα συναντώ τις μέρες τις παλιές, το παιδί που φεύγει απ’ τη Σταδίου, είμαι εγώ κι εσύ ξοπίσω μου να κλαις».






