Ο Ευάγγελος Βενιζέλος δεν είναι απλώς ένας διακεκριμένος νομικός και πολιτικός. Είναι ένας στοχαστής ο οποίος μέσα από τη μακρά δημόσια παρουσία του και το πλούσιο επιστημονικό του έργο κατάφερε με το εύρος της γνώσης του να γεφυρώσει δημιουργικά τον χώρο του Συνταγματικού Δικαίου με τα βαθύτερα θεολογικά και εκκλησιολογικά ζητήματα που σχετίζονται με τον σύγχρονο δημόσιο βίο. Μέσα από το έργο και τον λόγο του ανέδειξε με ιδιαίτερη ευαισθησία τη σημασία της σχέσης Πολιτείας και Εκκλησίας, όχι ως πεδίο αντιπαράθεσης, αλλά ως χώρο γόνιμου διαλόγου, ιστορικής συνείδησης και θεσμικής ισορροπίας σε μια δημοκρατική και ευρωπαϊκή κοινωνία.

Με βαθιά γνώση της ορθόδοξης παράδοσης και των κανονικών δομών, προσεγγίζει τα θέματα αυτά με σεβασμό, σωφροσύνη κι επιστημονική ακρίβεια. Δεν περιορίζεται σε μια τυπική νομική ανάλυση· αντιθέτως, κατορθώνει να αναδείξει και τη θεολογική διάσταση των θεσμών, φωτίζοντας τη ζωντανή σχέση μεταξύ θρησκευτικού φαινομένου, ιστορίας και δικαίου.

Με σεβασμό προς την ορθόδοξη παράδοση και ταυτόχρονα με ανοιχτότητα στις προκλήσεις της εποχής, ανέδειξε την ανάγκη συνεργασίας θεσμών και κοινωνίας υπέρ του γενικού συμφέροντος.

Το έργο του «Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας ως σχέσεις συνταγματικά ρυθμισμένες», που εκδόθηκε το 2000, έχει επηρεάσει καθοριστικά τη σχετική επιστημονική συζήτηση και έχει θέσει το πλαίσιο της συζήτησης για το κανονιστικό περιεχόμενο και την ανάγκη ή μη αναθεώρησης του άρθρου 3 του Συντάγματος.

Οπως εξηγεί, το άρθρο 3 δεν εισάγει κάμψη της θρησκευτικής ελευθερίας των μη ορθοδόξων. Διαρρυθμίζει, πρώτον, τις σχέσεις μεταξύ Ελληνικού Κράτους και Οικουμενικού Πατριαρχείου και περιβάλλει, δεύτερον, με μια θεσμική εγγύηση τη θρησκευτική ελευθερία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δηλαδή του πιο μαζικού υποκειμένου αυτού του συνταγματικού δικαιώματος. Το Σύνταγμα εισάγει μάλιστα, σύμφωνα με την ανάλυσή του, δύο διαφορετικά συστήματα σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας. Ενα σύστημα ομοταξίας που διέπει τις σχέσεις Κράτους και Οικουμενικού Πατριαρχείου και ένα σύστημα που διέπει τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας της Ελλάδος. Το σύστημα αυτό δεν είναι, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, το σύστημα της «νόμω κρατούσης πολιτείας», αλλά το σύστημα της συνταγματικά οριοθετημένης πολιτείας. Αυτό όμως το σύστημα οικοδομείται κατά βάση στη διάταξη του άρθρου 13 περί θρησκευτικής ελευθερίας και μόνο συμπληρωματικά στη διάταξη του άρθρου 3.

Ούτως ή άλλως, αναλύει ο Ευάγγελος Βενιζέλος, το Κράτος είναι αυτό που επικαλείται το άρθρο 3 για να παρέμβει στα εκκλησιαστικά πράγματα, ενώ η Εκκλησία επικαλείται κάθε φορά που θέλει να προστατευθεί το μη υποκείμενο σε αναθεώρηση άρθρο 13 παρ. 1, όπως αυτό συμπληρώνεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Αυτό έγινε κι ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Ακόμα έχει αφιερώσει πλήθος μελετών του στη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τόσο κατά το ελληνικό Σύνταγμα (άρθρα 3 και 105 για τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Ορους) όσο και κατά το διεθνές δίκαιο. Ειδική πτυχή του έργου του καθηγητή Βενιζέλου είναι η νομοκανονική υποστήριξη, με πλήθος μελετών και παρεμβάσεων, της χορήγησης από το Οικουμενικό Πατριαρχείο του τόμου της αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας.

Το πιο δυναμικό όμως, συναφές με τη θεολογική επιστήμη, πεδίο στο οποίο κινείται ο Ευάγγελος Βενιζέλος είναι η πολιτική και νομική θεολογία, δύο αντικείμενα που ανθούν στη διεθνή επιστημονική συζήτηση και βιβλιογραφία. Το βιβλίο του «Πολιτική Θεολογία και Συνταγματική Ηθική», που κυκλοφόρησε το 2024, έχει καταστεί έργο αναφοράς.

Οπως εξηγεί, η «πολιτική θεολογία» είναι μια διαδεδομένη αλλά αμφίσημη έννοια που χρησιμοποιείται με διαφορετικό περιεχόμενο, αφενός σε θύραθεν συμφραζόμενα – κυρίως στο πεδίο της πολιτικής και της συνταγματικής θεωρίας –, αφετέρου σε εκκλησιολογικά και ευρύτερα θεολογικά συμφραζόμενα. Στην πρώτη της όψη η πολιτική θεολογία αναφέρεται στις θεολογικές βάσεις της πολιτικής θεωρίας και φιλοσοφίας, ιδίως της πολιτειολογίας/θεωρίας του κράτους. Υπάρχει όμως και η άλλη όψη της πολιτικής θεολογίας, ή μάλλον η άλλη χρήση του ίδιου όρου, για να αποδώσει όχι την ενασχόληση με εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες που έχουν καταστεί πολιτικές και πολιτειακές, αλλά και με πολιτικά συμφραζόμενα, τα πολιτικά διλήμματα και τις πολιτικές στοχεύσεις του θεολογικού, πιο συχνά εκκλησιαστικού λόγου.

Η Κίρκη Κεφαλέα είναι καθηγήτρια Συγκριτικής Θρησκευτικής Λογοτεχνίας, πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ

* Το άρθρο αποτελεί απόσπασμα από την ομιλία της Κίρκης Κεφαλέα στην τελετή αναγόρευσης του Ευάγγελου Βενιζέλου ως επίτιμου διδάκτορα της Νομικής Σχολής και του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000