Ο τίτλος της επιφυλλίδας αυτής θα μπορούσε να είναι: «Το σύνδρομο του Ηρόστρατου». Οπως κι αν έχει το πράγμα, όπου και να παραπέμψει κανείς για να περιγράψει φαινόμενα επηρμένης γελοιότητας, όσα σύμβολα κι αν επιστρατεύσει, το μόνο που θα υπομνήσει είναι πως μέσα στην Ιστορία αλλά και πριν από αυτήν (με τον απόηχο του μύθου) πάντα θα υπάρχουν συμπεριφορές πυγμαίων, ατάλαντων, ανίδεων, κενών, ανόητων ανθρώπων που αρπάζουν ένα κερί, μια λάμπα και σήμερα έναν δανεικό προβολέα, τα βάζουν απέναντί τους και αφού σταθούν όρθιοι καμαρώνουν σαν γύφτικα σκεπάρνια τη σκιά τους στον τοίχο που μεγεθύνεται, όταν βάλουν τη φωτεινή πηγή δίπλα στα παπούτσια τους. Ετσι σχηματίζεται μια γιγαντιαία φιγούρα που προσπαθούν να την πουλήσουν για αυθεντική ύπαρξη.
Είναι σαν τους δεσμώτες του πλατωνικού σπηλαίου, που αλυσοδεμένοι στο βάθος μιας σπηλιάς με την πλάτη στραμμένη προς την είσοδο απ' όπου περνούν λίγες ακτίνες του μακρινού ήλιου της Δικαιοσύνης, βλέπουν τη σκιά τους στο βάθος του σπηλαίου και έχουν την ψευδαίσθηση ότι αυτή είναι η πραγματικότητα.
Κάποιοι, λοιπόν, διαχρονικοί μας συνάνθρωποι που «γεννιούνται και αξαίνουνε μωρά» που θα έλεγε ο σύγχρονός μας Λασκαράτος, δέσμιοι ηλίθιων ψευδαισθήσεων, ανύπαρκτων ικανοτήτων, ενός πεφυσιωμένου Εγώ και μιας δίψας για διάκριση, από τη μια φουσκώνουν σαν τον διάνο το άδειο ασκί τους και από την άλλη αναπτύσσουν ένα μίσος αβυσσαλέο για το βδέλυγμα λαός που τους αγνοεί, τους περιφρονεί, τους γυρίζει την πλάτη, τους βγάζει τη γλώσσα και συχνά, με το δίκιο του, τους κρεμάει γκαζοτενεκέδες στην ουρά και τους αμολάει στο μεϊντάνι να γίνουν ως σούργελο η πλάκα του κόσμου που σε εποχές δύσκολες έχει ανάγκη να σκάσει λιγάκι του χειλάκι του.
Αναφέρθηκα στην αρχή στο Ηροστράτειο σύνδρομο. Αυτός ο γελοίος Εφέσιος, ανύπαρκτος, ατάλαντος, αδιάφορος για όλους τύπος είχε μέσα στη μιζέρια του, την ανυποληψία που τον έδερνε, ένα υπερφίαλο Εγώ που το πότιζε με ψευδαισθήσεις και προσδοκίες ανεκπλήρωτες. Ηθελε να φανεί, να κάνει κάτι ώστε να μιλούν γι' αυτόν. Καθώς εκτός των άλλων ήταν και δειλός, δεν τόλμησε τουλάχιστον να γίνει τυραννοκτόνος, να ορμήσει σε μια δημόσια τελετή να δολοφονήσει τον ηγεμόνα ή τον αρχιερέα του Ναού της Εφέσου. Οχι, κρυφά, νύχτα, με ένα δαδί χώθηκε σε ένα παραπόρτι του Ναού (ένα από τα θαύματα αρχιτεκτονικής του αρχαίου κόσμου) και αφού άναψε τον δαυλό του έκαψε τον περίλαμπρο ναό. Γιατί; Μα για να ακουστεί το όνομά του. Ηταν ο μόνος τρόπος να γίνει γνωστή η αφεντομουτσουνάρα του. Μια πόλη, μια ολόκληρη Ασία, την επομένη βρίζοντας, φτύνοντας, ξορκίζοντας, αηδιάζοντας, απαξιώνοντας, ανέφερε το όνομά του που έμεινε στην Ιστορία για το μόνο πράγμα που μπόρεσε να κάνει.
Στην «Ιλιάδα» ο Ομηρος εστιάζει την ποιητική του δεινότητα σε ένα πρόσωπο που έχει τα ίδια και απαράλλαχτα χαρακτηριστικά. Ενας απλός έως εκείνη τη στιγμή της αφήγησης ανώνυμος οπλίτης, ένας φαντάρος από τον σωρό που λέει ο λόγος, σε μια στιγμή κρίσης του όλου αγώνα γύρω από τα τείχη του Ιλίου, σε ώρα που οι ηγέτες στην «Αγορά Λαού» σε δημόσια διαβούλευση (οι πρώτες έξοχες καταγραφές ενός πρώιμου τρόπου λειτουργίας του δημόσιου διαλόγου και της αντιπαράθεσης επιχειρημάτων), πετιέται εκεί που δεν τον σπέρνουν και αρχίζει να ξερνάει έναν οχετό ύβρεων, απαξιωτικών χαρακτηρισμών, με έναν βορβορώδη χείμαρρο ακατονόμαστων χυδαιοτήτων. Βεβαίως τον υποδέχεται ένας καταιγισμός χαστουκιών και πρόγκας. Ομως έμεινε στην ιστορία της λογοτεχνίας το όνομά του, Θερσίτης, για να υπενθυμίζει πως πάντα σε εποχές κυρίως κρίσεων, αμφιβολιών, αδιεξόδων υπάρχουν και κάποιοι ανεύθυνοι, ανίδεοι, αστοιχείωτοι που εκμεταλλεύονται τη συγκυρία για να προβάλουν τη σπιθαμιαία παρουσία τους κάνοντας φτηνή κριτική. Είναι αυτοί που και σήμερα τους συναντάμε με τον εύστοχο στίχο του Διονύση Σαββόπουλου: «Η τσογλανοπαρέα που μας κάνει κριτική».
Η μακαρίτισσα ταλαντούχα Τζένη Καρέζη έλεγε για ανάλογες περιπτώσεις: «Ποια είναι τα πεντιγκρί του Κυρίου ή της Κυρίας;». Εχει, δηλαδή, πιστοποιητικό γνήσιας ράτσας ώστε να δικαιούται «διά να ομιλεί»;
Ούτε ο Ηρόστρατος ούτε ο Θερσίτης είχαν κανένα εφόδιο, καμιά έξωθεν μαρτυρία ότι διέθεταν ικανότητες είτε για να ευδοκιμήσουν στη στρατιωτική είτε στην πολιτική είτε στην επιστημονική είτε στην καλλιτεχνική είτε και στην αθλητική επετηρίδα. Είτε καίνε τους ναούς, είτε συκοφαντούν, είτε κατασκευάζουν θεωρίες συνωμοσίας εναντίον τους, είτε συγκροτούν ομάδες υποστήριξης από άτομα ανάλογων συμπλεγματικών συνδρόμων, είτε προσεγγίζουν τα κέντρα εξουσίας και προσφέρουν και σμύρνα και λίβανον και χρυσόν. Μερικοί από αυτούς που θεωρούν πως ο λαός τους, η γλώσσα του, τα ήθη του, οι ιδέες του τούς μάχονται και τους απωθούν και ως εκ τούτου είναι για το υπερφίαλο σαρκίον τους και το χαώδες μυαλό τους βδέλυγμα, βρίσκουν καταφύγιο σε άλλους λαούς και όταν βρουν μάλιστα και πολιτιστικό κενό σε αυτούς, καμιά τρύπα στο παλιό βαρέλι της λογοτεχνίας τους, που έχει πια αδειάσει ή ξεθυμάνει ή έχει γίνει το κρασί ξίδι, ως φελλοί που είναι σπεύδουν να βουλώσουν την τρύπα.
Ετσι με την πατέντα που πήραν από τον ξένο και αρώτητο λαό ξερνάνε πάνω στον δικό τους, στην παράδοσή του, στη μεγάλη λογοτεχνική, καλλιτεχνική του ιστορία, στη δημώδη ποίησή του, στη λαϊκή του μουσική, στους εκατοντάδες χορούς του μια χολή, έναν εμετό, μια χλεύη για όσα νομίζουν πως ο λαός και οι δημιουργοί του τούς στέρησαν, τους αρνήθηκαν.
Το δυστύχημα είναι πως ο κάθε σύγχρονος Ηρόστρατος, ο κάθε συγκαιρινός Θερσίτης έχει συμμάχους, σαν τον ίδιον ατάλαντους, συμπλεγματικούς, στείρους και δημιουργικά ντζούφιους. Το συνδικάτο των τάχα μου αδικημένων, των θυμάτων ενός λαού ακαλλιέργητου τάχα μου, απαίδευτου, αχαΐρευτου, αγοραίου.
Και είναι όλος αυτός ο εσμός αγνώμων, αφού δεν αναγνωρίζει πως αυτό το βδέλυγμα, αυτός ο ακαλλιέργητος λαός κατήργησε τον πνευματικό Καιάδα. Γενναιόδωρος ανέχεται να κυκλοφορούν χυδαιολογώντας ανάμεσά του αυτά τα ανθρωπάρια τα κουζουλά που θα έλεγε πάλι ο Λασκαράτος, χωρίς να τρώνε τις καρπαζιές που έφαγε ο Θερσίτης στην Τροία.
Τους ανέχεται να περιφέρουν την Ηροστράτεια φιγούρα τους στον μπερντέ του Καραγκιόζη σαν τον Πεπόνια (ουίτ - ουίτ) και τη νηοστή μετενσάρκωση του Δελλαπατρίδη που ανεβασμένη σε ένα κασόνι μπίρας στην Ομόνοια διαλαλεί την τρέλα του και ένας λαός βδέλυγμα αντί να τον γιουχάρει, τον κάνει χάζι.     
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από