Ενας πεπειραμένος και εργατικός επιστήμονας και συγγραφέας καταθέτει αυτές τις μέρες μια πλήρη μελέτη για το φαινόμενο της τρομοκρατίας στην Ελλάδα (ή της ατομικής ένοπλης βίας) εξετάζοντας το πλαίσιο στο οποίο αυτό ευδοκίμησε μεταπολιτευτικά αλλά και μετά την εξάρθρωση του πυρήνα της 17 Νοέμβρη και του ΕΛΑ. Ο Γιώργος Κασιμέρης, μετρ σε θέματα πολιτικής βίας και τρομοκρατίας και σήμερα καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Wolverhampton της Αγγλίας, δεν επιφυλάσσει κάποια αποκάλυψη στο νέο βιβλίο του. Με ψυχραιμία και σχολαστικότητα επιχειρεί να χαρτογραφήσει τον χώρο, να περιγράψει το πώς μια σειρά διαφορετικών προσώπων στρατολογήθηκαν σε τρομοκρατικές ομάδες (αν και το σημείο αυτό έχει πολλά αξεδιάλυτα σημεία), επίσης τον κώδικα που τα συνέδεε, αλλά και το ιστορικό των φυλακισμένων μελών της 17Ν μαζί με μια ιδιαίτερη πτυχή που ίσως φωτίζει το ακόμη ασαφές πλαίσιο των οργανώσεων: το πώς και το γιατί κάποιοι εξ αυτών επιχείρησαν την απεμπλοκή τους. Υπάρχουν δύο - τρία σημαντικά στοιχεία που αλιεύουμε από την αποκλειστική προδημοσίευση του βιβλίου «Ακραία φαινόμενα διαρκείας - Βία και τρομοκρατία στη Μεταπολίτευση» που σήμερα παρουσιάζουμε: πρώτον, το τοπίο της τρομοκρατίας στην Ελλάδα δεν ατόνησε μετά την εξάρθρωση ή κατάρρευση της 17 Νοέμβρη. Το πεδίο συνεχώς διευρυνόμενο σήμερα μετράει πολλές οργανώσεις, κάποιες εξ αυτών μάλιστα πρωτοεμφανιζόμενες μετά το ιστορικό καλοκαίρι του 2002 (καλοκαίρι της εξάρθρωσης) και κατά τη διάρκεια της εννιάμηνης δίκης της 17 Νοέμβρη. Λεπτομέρεια: μετά τη διάλυση του ΕΛΑ (1996) είχαμε 64 ακρωνύμια νέων οργανώσεων! Επίσης, ο Κασιμέρης χαρτογραφεί ένα ολόκληρο ρεύμα ιδεών μεταπολιτευτικά που γονιμοποίησε και τις πιο ακραίες μορφές βίας, βάζοντας το εξής θέμα: η τρομοκρατική δράση (σύμφωνα με τα συμπεράσματά του) πραγματοποιείται σε ιστορικό χρόνο από υποκείμενα μορφοποιημένα και μετασχηματισμένα από ισχυρές πολιτικές επιδράσεις. Επίσης, η διάχυση της βίας, η ένταση του φαινομένου της μηδενιστικής τρομοκρατίας μετά το 2008, σε συνδυασμό με μια συλλογική κουλτούρα τιμωρίας αλλά στο φόντο μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης, είναι παράμετροι που προσεγγίζει ο Κασιμέρης και που κάνουν το αφήγημά του αξιοδιάβαστο, γλαφυρό και χρήσιμο για την κατανόηση του φαινομένου της πολιτικής βίας στη χώρα μας.

Απόσπασμα
«Οι εξτρεμιστές δεν εμφανίζονται από το πουθενά»
«Παρά τις καταθέσεις άνω των 500 ατόμων και μετά από περισσότερες από 900 ώρες ακροαματικής διαδικασίας, το ιστορικό της 17Ν παρέμεινε ασαφές. Λαμβάνοντας υπόψη τη μακροβιότητα της τρομοκρατικής καμπάνιας της οργάνωσης, ένας από τους βασικούς στόχους του βιβλίου είναι να αναλύσει το προσωπικό ιστορικό των φυλακισμένων μελών της, προκειμένου να απαντήσει σε τρία ιδιαίτερα ενδιαφέροντα ερωτήματα: Ποια ήταν αυτά τα άτομα; Από πού προέρχονταν; Και κυρίως, τι ήταν εκείνο που τα οδήγησε να παραμείνουν στην τρομοκρατική οργάνωση όλο αυτό το διάστημα; (...) Στην περίπτωση της 17Ν τρεις από τους τρομοκράτες ήταν αδέλφια, δύο ήταν ξαδέλφια και ένας ήταν νονός των παιδιών ενός άλλου μέλους. Με άλλα λόγια οι δεσμοί αίματος, εξαιρετικά σημαντικοί στην ελληνική κοινωνία, ενίσχυαν την εμπιστοσύνη και τους κανόνες σιωπής, κάτι που εξηγεί την επιχειρησιακή διάρκεια της οργάνωσης και την εντυπωσιακή αντίστασή της στη διείσδυση ξένων στοιχείων. (...)
Εχοντας ερευνήσει το φαινόμενο της τρομοκρατίας και της πολιτικής βίας στην Ελλάδα τα τελευταία είκοσι χρόνια, το βασικό μου κίνητρο για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου ήταν η όλο και βαθύτερη συνειδητοποίηση ότι το τοπίο της εγχώριας τρομοκρατίας, παρά την εντυπωσιακή κατάρρευση της 17Ν, παραμένει ενεργό, περίπλοκο και απρόβλεπτο όσο ποτέ. (...)
Οι εξτρεμιστές δεν εμφανίζονται από το πουθενά, ειδικά σε μια χώρα με την περίπλοκη και ταραγμένη ιστορία της Ελλάδας. Οταν ξεκινά μια τρομοκρατική καμπάνια, υπάρχει λόγος για κάθε βόμβα, κάθε πυροβολισμό, κάθε ρουκέτα. Στην Ελλάδα, ωστόσο, ανέκαθεν ήταν ευκολότερο και πολιτικά βολικό για τις διαδοχικές κυβερνήσεις να προσεγγίζουν την τρομοκρατία ως ατυχή παρέκκλιση ή περιθωριακό φαινόμενο. Η έρευνά μου για τη νέα γενιά τρομοκρατών επιβεβαιώνει ότι η τρομοκρατία μετά τη 17Ν σχετίζεται ευθέως με την παρουσία ιδεολογιών που δικαιολογούν τη βία. Ιδέες που ιστορικά χαρακτηρίζουν ακροαριστερές παραδόσεις διαμόρφωσαν, ενίσχυσαν και κατεύθυναν τις πολιτικές στρατηγικές και ενέργειες των νέων οργανώσεων. 
Κεντρική θέση στον καθορισμό της μακροβιότητας της τρομοκρατικής πολιτικής βίας κατέχουν ο βαθμός δέσμευσης και οι πεποιθήσεις των εμπλεκομένων. Ενας από τους λόγους που η δράση του ΕΛΑ και της 17Ν είχε τέτοια διάρκεια, πέρα από την ανικανότητα του κράτους να διαγνώσει έγκαιρα το πρόβλημα, ήταν η αυθεντική πολιτική δέσμευση των εμπλεκομένων μελών. Ο Κάρλος Μαριγκέλα, ο βραζιλιάνος μαρξιστής επαναστάτης και συγγραφέας του Εγχειριδίου του αντάρτη των πόλεων, υποστηρίζει ότι “η ηθική ανωτερότητα” ήταν εκείνη που συντηρούσε τα περισσότερα κινήματα ένοπλης πάλης· και η ελληνική εμπειρία της τρομοκρατίας επιβεβαιώνει αυτή την πεποίθηση. 
Ο επιχειρησιακός αρχηγός της 17Ν, ο Δημήτρης Κουφοντίνας ενσαρκώνει τον ένοπλο επαναστάτη που “η επιλογή του βρίσκεται σε αντίθεση με τα προσωπικά του συμφέροντα”. Ο επαναστάτης, είπε, “είναι υποχρεωμένος να φτάσει, αν είναι συνεπής με τον εαυτό του και τις ιδέες του, ώς τις ακραίες του συνέπειες”. Σε αντίθεση με τον ηγέτη του μαοϊκού Φωτεινού Μονοπατιού Αμπιμαέλ Γκουζμάν που, μετά τη δραματική του σύλληψη το 1992, έγραφε επιστολές από τη φυλακή στους συντρόφους του στην οργάνωση παροτρύνοντάς τους να παρατήσουν τα όπλα και να χρησιμοποιούν μη βίαιες μεθόδους, ο Κουφοντίνας παρέμεινε ταγμένος στη βία ως μέσο επίτευξης κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής. Οσο υπήρχαν οργανώσεις σαν τη 17Ν που “παρενέβαιναν” και “αντιστέκονταν”, όπως έχει δηλώσει ο Κουφοντίνας, δεν έχει σημασία αν η επαναστατική νίκη δεν έλθει ποτέ. Για τον Κουφοντίνα, που μετά τη φυλάκισή του αποτελεί σύμβολο του κινήματος του ένοπλου αγώνα της χώρας, εκείνο που ήταν και παραμένει σημαντικό είναι η πράξη της “αντίστασης”. Απηχώντας αυτή την επαναστατική πολιτική θέση, ο καθοδηγητής του ΕΛΑ Χρήστος Τσιγαρίδας υποστήριζε με αυτοπεποίθηση ότι στην Ελλάδα “δεν θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν ένοπλες οργανώσεις” και το σύνολο των εξήντα τεσσάρων ακρωνυμίων οργανώσεων που έχουν εμφανιστεί στη σκηνή μετά τη διάλυση της δικής του το 1996 αποδεικνύουν ότι η αισιοδοξία του ως προς το βάθος της επαναστατικής κοινότητας στην Ελλάδα δεν είναι αβάσιμη. Για άτομα όπως ο Τσιγαρίδας και ο Κουφοντίνας, είναι αυταπόδεικτο ότι ο επαναστάτης αγωνιστής βρίσκεται στην πρώτη γραμμή και πάντοτε αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη για τις πράξεις του ανεξαρτήτως κόστους, άποψη που συμμερίζονται προσωπικότητες-κλειδιά της νέας γενιάς επαναστατών όπως ο Νίκος Μαζιώτης, ο αρχηγός του ΕΑ. Η απόλυτη αφοσίωση του Μαζιώτη στους στόχους του ΕΑ καταδεικνύεται από το γεγονός ότι ούτε ο αποδεκατισμός της οργάνωσης, ούτε η γέννηση του γιου του από τη σύντροφό του Πόλα Ρούπα δεν τον οδήγησαν να αναθεωρήσει τη ζωή και τις επιλογές του. Στη φυλακή ο Μαζιώτης εμφάνισε μια αποκαλυπτική εικόνα σύγχρονου επαναστάτη επιμένοντας ότι η πατρότητα δεν “έρχεται σε αντίθεση” με το γεγονός ότι ήταν επίσης μέλος “μιας ένοπλης επαναστατικής οργάνωσης”».