«Μερικές φορές είμαστε σαν καρικατούρες. Είμαστε όπως λένε πως είναι οι φοιτητές της Φιλολογίας: με τον μύθο των τροβαδούρων της Αριστεράς, με τον μύθο του '68. Μερικοί από εμάς έχουν κοιμηθεί σε σλίπιν-μπαγκ σε καταλήψεις, γράφτηκαν στη Λότα Κομουνίστα για να το μετανιώσουν αργότερα, όταν τους καλούσαν συνεχώς για μια ακόμη μαρξιστική συνέλευση. Κάποιοι άλλοι είχαν καταλήξει στη μηχανή του χρόνου, όταν ξύπνησαν με σπασμένα κόκαλα ύστερα από μια νύχτα που πέρασαν στο πάτωμα του Β' Αμφιθεάτρου, έχοντας πάνω τους μια αίσθηση βρομιάς και κούρασης…».
Αν απ' το παραπάνω απόσπασμα εξαιρέσετε τη Λότα Κομουνίστα, που υπήρξε εξωκοινοβουλευτική οργάνωση της Επαναστατικής Αριστεράς στην Ιταλία, νομίζετε πως ο χρόνος και ο χώρος είναι στην Ελλάδα. Η κατάληψη, σχεδόν θεσμική μορφή πάλης για τις μεταπολιτευτικές αλλά και τις επόμενες γενιές, είναι εδώ. Και ολόκληρη η μυθολογία της Αριστεράς και της συλλογικότητας επίσης.
Κι όμως δεν μιλάει κάποιος φοιτητής της Παντείου ή του ΕΜΠ απ' τα χρόνια του '90. Το απόσπασμα είναι απ' το πρώτο μυθιστόρημα του Πάολο ντι Πάολο που μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στην Ελλάδα με τίτλο «Πού ήσασταν όλοι». Ο συγγραφέας, 32 ετών σήμερα, για πολλούς αποτελεί το «θαύμα των ιταλικών Γραμμάτων» και σε εκείνο το μυθιστόρημα έκανε μια χειρουργική ανατομία του μπερλουσκονισμού (ίσως προσφάτως μόνον η ταινία «La Grande Bellezza» του Σορεντίνο κατόρθωσε κάτι αντίστοιχο) με αφορμή ένα τροχαίο ατύχημα: Ενας συνταξιούχος καθηγητής παρασύρει τον πρώην κακό μαθητή του με το αμάξι του. Παράλληλα ο ήρωας της ιστορίας, γιος του καθηγητή, αποφασίζει να μην ολοκληρώσει τη διπλωματική του εργασία πάνω στον Μπερλουσκόνι - και όπως σχολίασε σε ένθερμη κριτική του τότε ο συγγραφέας Αντόνιο Ταμπούκι, «κανείς δεν μπορεί να κάνει μια εργασία πάνω στο κενό καθώς ο μπερλουσκονισμός είναι εξ ορισμού ένα κενό, μια μαύρη τρύπα».
Ο Ταμπούκι είναι αυτός που θα μιλήσει με θερμά λόγια επίσης για τον Πάολο ντι Πάολο λέγοντας πως «έχει το ταλέντο ενός αφηγητή ράτσας». Και αυτές τις ημέρες ο νέος συγγραφέας που εν τω μεταξύ υπήρξε και υποψήφιος για τα λογοτεχνικά βραβεία Strega και Campiello στη χώρα του, «επιστρέφει» στην Ελλάδα, αφού ο Ανταίος Χρυσοστομίδης μετέφρασε το νέο του μυθιστόρημα «Δώσε μου λίγη ζωή» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ικαρος. Εδώ ο Πάολο στρέφει το «τηλεσκόπιό» του στο Τορίνο του 1926 μέσα στη δίνη του μουσολινικού φασισμού όπου ο Μοράλντο, ένας φοβισμένος νεαρός, αναζητά τον εαυτό του έχοντας ως ίνδαλμα τον συνομήλικό του Πιέρο.
Στον αντίποδα του Μοράλντο, ο εικοσιπεντάχρονος Πιέρο μάχεται με πείσμα και πάθος ενάντια στη δικτατορία του Μουσολίνι. Χάρη σε μια βαλίτσα, οι ζωές των δύο νεαρών θα συναντηθούν στο Παρίσι.
Σημείωση με αξία: ο Πιέρο είναι ένας χαρακτήρας που οικοδομήθηκε πάνω στην πραγματική ιστορία του Πιέρο Γκομπέτι, ενός τορινέζου αγωνιστή, δημοσιογράφου, αντιφασίστα διανοούμενου, που πέθανε στα 25 του και που ενέπνευσε τον νέο συγγραφέα. Μια στάση ζωής – γέννημα μιας εποχής – που φαίνεται να εκλείπει. Κυρίες και κύριοι: 
Ο συγγραφέας Πάολο ντι Πάολο.
Είμαστε όλοι Πιέρο και Μοράλντο ταυτόχρονα. Ποια είναι τα σημεία αναφοράς για τον έναν και ποια για τον άλλον;
Eίναι δύο παράλληλες ζωές, σχηματοποιημένες στη λογική της αντίθεσης, ο ένας απέναντι στον άλλον. Ο ένας είναι απόλυτα σίγουρος για τον εαυτό του, τις  ιδέες του, έχοντας στο μυαλό του ένα σχέδιο. Σε αντίθεση με τον άλλον που δεν ξέρει τι πραγματικά να κάνει στη ζωή του. Είναι σε σύγχυση. Ενώ στην πραγματικότητα αν αθροίσουμε και τις δύο προσωπικότητες (χαρακτήρες),  θα έχουμε ως συνολικό  αποτέλεσμα ένα πρόσωπο κάτι παραπάνω από σύνθετο και συνεπώς μπερδεμένο. Εναν ενήλικο, ο οποίος τις μισές μέρες θα συμπεριφέρεται ως Πιέρο και τις άλλες μισές ως Mοράλντο.
Γιατί επιλέξατε την περίοδο του φασισμού για την καινούργια ιστορία σας; Ηταν μια προσωπική σας ανάγκη ή υπάρχουν κοινά σημεία ανάμεσα στις δύο περιόδους (μπερλουσκονισμός - μουσολινισμός);
Noμίζω πως στάθηκε μια πρόκληση για μένα: στη λογική τού να προσπαθήσω να ανασκευάσω μια ιστορική εποχή μακριά από τη δική μου. Παράλληλα, όμως, ήθελα να απομακρυνθώ και από το σήμερα έχοντας διηγηθεί τα πάντα στο «Πού ήσασταν όλοι». Στη ροή του γραψίματος, κατάλαβα πως υπήρχαν στοιχεία και δεδομένα απολύτως συνδεδεμένα με το σήμερα. Αλλωστε και κατά  την περίοδο του 1920 υπήρχαν στοιχεία κρίσης. Στοιχεία κατά πολύ χειρότερα από τα σημερινά, με βασικότερο τη στέρηση των προσωπικών ελευθεριών. Αντιλήφθηκα όμως, γράφοντας, πως με ενδιέφερε να καταλάβω την αντίδραση των ηρώων μου στο σκηνικό εκείνης της κρίσης.
Στην καινούργια σας ιστορία αναμειγνύετε πολλά πράγματα ταυτόχρονα δίνοντας μια παράξενη αίσθηση στον αναγνώστη. 
Η αφήγηση ξεκινάει με μια φωτογραφία, έναν πίνακα και κάποια ερωτικά γράμματα. Γιατί;
Ξεκινάω πάντα με στοιχεία που με εμπνέουν. Μικρά κομμάτια ζωής, τα ελάχιστα πράγματα. Στο διήγημα αυτό ήθελα να κάνω τους αναγνώστες μου να νιώσουν μιαν ατμόσφαιρα ανάμεσα σε αντικείμενα, μυρωδιές, μικρές χαρές της καθημερινότητας.
Στο «Πού ήσασταν όλοι» έχετε κάνει μια πλήρη ανατομία του φαινόμενου του μπερλουσκονισμού. Μόνο ο Σορεντίνο έκανε τα ίδια πράγματα, αλλά στο σινεμά.
Στην πραγματικότητα δεν είχα καμία πρόθεση να γράψω ένα μυθιστόρημα με άξονα τον Μπερλουσκόνι. Είχα στόχο να γράψω ένα μυθιστόρημα ανάμεσα στην ιδιωτική ζωή, τη δική μας ζωή και τη δημόσια σφαίρα, η οποία αργότερα γίνεται η «Ιστορία». Δεν ξεχνώ φυσικά ότι ενηλικιώθηκα την περίοδο γιγάντωσης του μπερλουσκονισμού και έτσι έπρεπε να αναφερθώ και στην περίοδο αυτή. Το ίδιο θα συνέβαινε αν είχα γεννηθεί στην Αγγλία της Θάτσερ ή του Μπλερ. Θα μιλούσα για τους ίδιους. Το βασικό προσωπικό ερώτημα το οποίο αποτέλεσε και την προσωπική μου αφετηρία είναι το κατά πόσον η περίοδος Μπερλουσκόνι επηρέασε τη ζωή μου και την προσωπικότητά του στον χρόνο.
Αλήθεια, τελικά ο μπερλουσκονισμός, που τώρα δείχνει να επιστρέφει απ’ το παράθυρο των αποτυχιών του Ρέντσι και πάνω σε έναν αντιγερμανισμό που γιγαντώνεται, είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που είχε έκφραση στην πολιτική ή ένα πολιτικό φαινόμενο με κοινωνικές προεκτάσεις;
Αυτό θα μπορούν να το πουν μόνο οι ιστορικοί του μέλλοντος. Είναι δύσκολο να πούμε ποιες θα είναι οι συνέπειες του πολιτικού κλίματος μιας εποχής στο κοινωνικό επίπεδο. Σίγουρα όμως σε επίπεδο ηθικών και αξιακών κωδίκων η Ιταλία των αρχών του 20ού αιώνα είναι κατά πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Ομως παρ’ όλα αυτά, η οικονομική κρίση άλλαξε πολλά πράγματα.
Πώς είναι όταν γράφεις στο κάδρο μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε αλλαγή και καθεστώς έντονης κρίσης;
H σημερινή Ιταλία του Ρέντσι ανανέωσε πολλές ελπίδες, χωρίς κατά τη γνώμη μου να είναι ρεαλιστικές και κατά συνέπεια εύκολα πραγματοποιήσιμες. Το ίδιο νομίζω πως ισχύει και για την Ελλάδα του Τσίπρα. Είναι όμως και στις δύο περιπτώσεις μια αρχή που δημιουργεί μια νέα πολιτική γενιά και μια νέα πραγματικότητα τόσο για την Ιταλία όσο και για την Ελλάδα.
Η σημερινή Ελλάδα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή με τον Αλέξη Τσίπρα Πρωθυπουργό και με μια έντονη οικονομική κρίση. Ποια η γνώμη σας;
Κατ’ ουσίαν σας έχω απαντήσει. Η δική μου μεγάλη ανησυχία είναι να μη βγει η Ελλάδα από το ευρώ. Πιστεύω πως το Βερολίνο θα καταλάβει ότι δεν μπορεί να υπάρχει ευρώ χωρίς την  Ελλάδα. Αυτό είναι το πιο σημαντικό και πέρα από κάθε επιμέρους ζήτημα.

Τότε και τώρα
Η πραγματικότητα σήμερα είναι διαφορετική
Εχουμε ακούσει τον Ταμπούκι να μιλάει για σας. Είχατε συνδεθεί πολύ στενά μαζί του. Ποια είναι η γνώμη σας γι’ αυτόν και ποιες οι επιρροές του στη λογοτεχνία και στο σινεμά;
O Ταμπούκι είναι ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Εμαθα πολλά από τη δική του λογοτεχνική σκέψη. Δημιούργησε μοναδικά πρόσωπα τα οποία αργότερα έγιναν και ήρωες στο σινεμά υπερασπιζόμενος ένα είδος γραφής πολύ ιδιαίτερο. Για τον ίδιο το γράψιμο αποτελεί πάνω απ’ όλα τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης οπτικής από και προς τον αναγνώστη, τροφοδοτώντας τις αμφιβολίες του και αναγκάζοντάς τον να δει την πραγματικότητα από διαφορετική οπτική γωνία. Οπως συνέβαινε και με τον Αγγελόπουλο, τον οποίο ο Ταμπούκι θαύμαζε πολύ, αλλά χάθηκε νωρίς.
Μια βαλίτσα σήμερα, ένα αυτοκινητικό δυστύχημα στο μέλλον. Τα τυχαία γεγονότα δίνουν έναν τόνο στην αφήγησή σας που δεν είναι ευθύγραμμη. Ποια η αίσθηση του χρόνου στο γράψιμό σας και ποια η αφετηρία για τη γραφή σας: η παρατήρηση, το διάβασμα ή ο συνεχής διάλογος;
Θεωρώ σημαντικά και τα τρία σημεία στη γραφή. Ξεκινώ συχνότερα από την αφήγηση, που είναι ίσως το πιο κοινότοπο από τα προαναφερόμενα. Αυτό γιατί η ζωή είναι απρόβλεπτη και μέσα από μικρά και ασήμαντα γεγονότα δημιουργούνται οι καταστάσεις που σου επιβάλλονται περισσότερο.
Ποιο είναι για σας το momentum που δημιουργεί τον φασισμό και ποια η αντιστοιχία ανάμεσα στο 1920 και το 2015 για την Ιταλία;
Οπως σας έλεγα και πριν, τα χρόνια γύρω στο 1920 ήταν χρόνια πραγματικής κρίσης. Η πραγματικότητα σήμερα είναι πολύ διαφορετική. Ζούμε σε χώρες ελεύθερες και δημοκρατικές. Αλλά ο Γκομπέτι έλεγε: Οι κρίσεις υπήρχαν και θα συνεχίσουν πάντα να υπάρχουν, σημασία έχει να μη γίνονται θέσφατο. Τότε αρχίζουν τα προβλήματα.

Paolo di Paolo
Δώσε μου λίγη ζωή
Μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης,
Εκδ. Ικαρος 2015, Σελ. 208
Τιμή: 14,50 ευρώ