Η Π.Ντ. Τζέιμς ανήκε στις μεγάλες κυρίες του αστυνομικού μυθιστορήματος. Εφυγε από τη ζωή πριν από λίγες εβδομάδες, στα ενενήντα τέσσερά της. Μόλις πριν από πέντε χρόνια, με τόσες δεκαετίες επιτυχημένης συγγραφής στις αποσκευές της, έγραψε ένα βιβλίο που μεταφράστηκε πρόσφατα στα ελληνικά και που μιλά για την ιστορική πορεία αλλά και τις συγγραφικές αρχές του αστυνομικού μυθιστορήματος.
«"Ο βασιλιάς πέθανε κι ύστερα πέθανε και η βασίλισσα" είναι μια ιστορία. "Ο βασιλιάς πέθανε κι ύστερα πέθανε και η βασίλισσα από θλίψη" είναι μια πλοκή…"Η βασίλισσα πέθανε και κανείς δεν ήξερε γιατί, μέχρι που αποκαλύφθηκε ότι αυτό συνέβη εξαιτίας της θλίψης της για τον θάνατο του βασιλιά". Αυτή είναι μια πλοκή που ενέχει ένα μυστήριο, μια φόρμα ικανή για σπουδαία ανάπτυξη». Τάδε έφη ο Ε.Μ. Φόστερ στις «Μορφές του μυθιστορήματος». Η Π.Ντ. Τζέιμς συνεχίζει τη σκέψη του ένα βήμα παραπέρα: «Θα μπορούσα να προσθέσω στα παραπάνω πως "Ολοι πίστεψαν ότι η βασίλισσα είχε πεθάνει από θλίψη μέχρι που ανακαλύφθηκε το σημάδι της βελόνας στο λαιμό της". Κι αυτό τότε είναι ένα μυστήριο δολοφονίας και είναι κι αυτή μια φόρμα ικανή να έχει σπουδαία ανάπτυξη» (σελ. 14).
Η Π.Ντ. Τζέιμς γεννήθηκε στην Οξφόρδη το 1920. Εργάστηκε στην Εθνική Υπηρεσία Υγείας (1949-1968) και στο εγκληματολογικό τμήμα της βρετανικής αστυνομίας (1968-1979). Θεωρείται η σημαντικότερη σύγχρονη βρετανίδα συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων.
Το συγκεκριμένο βιβλίο υπήρξε παραγγελία του βιβλιοθηκάριου της Βιβλιοθήκης Μπόλιαν με στόχο την οικονομική ενίσχυση του ιδρύματος. Η Π.Ντ. Τζέιμς δέχτηκε ασμένως και έθεσε μόνο έναν όρο: να τελειώσει πρώτα το μυθιστόρημα που έγραφε.
Η Π.Ντ. Τζέιμς γνωρίζει σε βάθος το θέμα της: τόσο στην ιστορική του διάσταση, καθώς έχει διαβάσει μεγατόνους αστυνομικών μυθιστορημάτων και μπορεί να συζητήσει την εξέλιξη του είδους στην ιστορική του προοπτική, όσο και στη συγγραφική μαστορική του, όντας επιτυχημένη συγγραφέας η ίδια.
Μιλά λοιπόν, σε μια ρέουσα μετάφραση, για τον χρόνο και τον τόπο της εμφάνισης του είδους, τις προϋποθέσεις του, τις ποικιλίες και τις εναλλαγές, τους κανόνες της φόρμας, τις διαφορετικές εκδοχές που προκύπτουν από τις ιστορικές συγκυρίες και τη διαφορετική οργάνωση των κοινωνιών, τις ηρωικές αρετές (ευφυΐα, θάρρος, κουράγιο), τη δέση και τη λύση της πλοκής, τη δημιουργία ατμόσφαιρας, την επιλογή της οπτικής γωνίας, την αφηγηματική φωνή.
Οι ιστορικοί του είδους διακηρύσσουν ότι «το καθαυτό αστυνομικό μυθιστόρημα, το οποίο βασικά ασχολείται με το να βάζει τάξη στην αταξία και να αποκαθιστά τη γαλήνη ύστερα από την καταστρεπτική έκρηξη του φόνου, δεν θα μπορούσε να υφίσταται πριν η κοινωνία αποκτήσει μια επίσημη αστυνομική δύναμη». Οι συγγραφείς των σύγχρονων αστυνομικών μυθιστορημάτων δεν εστίασαν μόνο στην ύφανση της πλοκής και τη δημιουργία μυστηρίου, αλλά ενδιαφέρθηκαν κυρίως για την αποτύπωση του κόσμου μέσα στον οποίο ζουν οι ήρωές τους. Κάτι παραπάνω: στην άσκηση κριτικής.
Η Π.Ντ. Τζέιμς αναφέρεται κυρίως στη βρετανική και την αμερικανική σχολή αστυνομικού μυθιστορήματος. Ουσιαστικά περιορίζεται στον αγγλοσαξονικό χώρο (άλλωστε είναι οι πρώτοι και οι διασημότεροι διδάξαντες). Αντικρίζει συγγραφείς και εποχές, χώρες και ιδεολογίες που απηχούν την πρόσληψη και την αντιμετώπιση του κακού. Χωρίς να απαρνιέται τις αρέσκειες και τις απαρέσκειές της, αποδίδει τα εύσημα στους συγγραφείς που ανανέωσαν ή έκαναν λαοπρόβλητο το είδος. Δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς με την ανάγνωση της Αγκαθα Κρίστι («τα βιβλία της είναι διανοητικά παζλ») ή την αλίευση της ηθικής βάσης των μυθιστορημάτων της συμπυκνωμένη σε μια φράση του Πουαρό: «Εχω μια μεγαλοαστική θέση για το φόνο: τον αποδοκιμάζω».
Το μέγα πλεονέκτημα του βιβλίου είναι ότι δεν έχει γραφεί από ψυχρόαιμο μελετητή αλλά από θερμόαιμο συγγραφέα, δηλαδή από δόλιο αναγνώστη. Η Π.Ντ. Τζέιμς ανοίγει τα χαρτιά της και παρουσιάζει το εργαστήριό της: «Τα δικά μου αστυνομικά μυθιστορήματα, με σπάνιες εξαιρέσεις, είναι εμπνευσμένα μάλλον από τον χώρο παρά από μια μέθοδο δολοφονίας ή έναν χαρακτήρα» (σελ. 136). Η ίδια σημειώνει λίγο παρακάτω για την έμπνευση: «Αυτή η αρχική στιγμή έμπνευσης σου προκαλεί πάντα μεγάλο ενθουσιασμό. Ξέρω πως όσο χρόνο κι αν πάρει το γράψιμο, το μυθιστόρημα θα το κάνω. Η ιδέα κατακλύζει το μυαλό μου και καθώς περνούν οι μήνες το βιβλίο παίρνει μορφή, εμφανίζονται οι χαρακτήρες και γίνονται μέσα μου όλο και πιο πραγματικοί, ξέρω ποιος θα δολοφονηθεί και πού, πότε, πώς, γιατί και από ποιον». .