Mε έδενε βαθιά φιλία για σαράντα χρόνια με τον Παύλο Μάτεσι και είχα, εκτός των προσωπικών συζητήσεων, τη χαρά να παρουσιάσω δημόσια τα περισσότερα μυθιστορήματά του. Κάποια φορά μάλιστα στην αίθουσα της Παλαιάς Βουλής είχα προκαλέσει την πνευματική μας κοινότητα λέγοντας πως αν δεν αντιδράσει μ’ οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και επιθετικά, υβριστικά, στα μυθιστορήματα του Μάτεσι αυτή η χώρα θα έχει πεθάνει!
Γιατί ο Μάτεσις ήταν ένας βαθιά ευαίσθητος άνθρωπος, βαθιά πληγωμένος, που κάλυπτε την ευαισθησία του και έκρυβε τις πληγές του πίσω από ένα προσωπείο βιτριολικού χιούμορ, μιας ειρωνείας που έσπαγε κόκαλα και μιας λεκτικής χλεύης που μακιγιάριζε την κραυγή της απελπισίας.
Ως θεατρικός συγγραφέας αποτέλεσε τη γόνιμη εκείνη μετακαμπανελλική ευφορία, την πλευρά του πρίσματος που λειτουργούσε σαν παραμορφωτικός καθρέφτης όταν άλλοι σημαντικοί και ταλαντούχοι συνάδελφοί του αποτύπωναν τη ρεαλιστική πραγματικότητα ή, όπως ο Βασίλης Ζιώγας, την υπερρεαλιστική φυγή.
Είναι η δεύτερη φορά που δραματοποιείται μετά τον θάνατό του το μυθιστόρημά του «Η μητέρα του σκύλου». Την πρώτη, στο Εθνικό Θέατρο, όταν βρισκόταν ήδη σε μακρύ κώμα, ο Μιλιβόγιεβιτς σε μια διασκευή του συγγραφέα, που όμως πετσόκοψε ερήμην του δημιουργού ο σκηνοθέτης, πρυτάνευσε μια σκηνική διαχείριση δύσχρηστη και πολιτικά προκλητική. Ο σκηνοθέτης με τα προσωπικά του ως Σέρβος της πληγωμένης πρόσφατα πατρίδας του είδε τα πάθη της θρυλικής ματεσικής Ραραούς μέσα από τις πληγές του τις αιμάσσουσες αλλά μη αναγνωρίσιμες από τις δικές μας εμπειρίες. Γνωρίζοντας τον Μάτεσι και τις σκηνικές του απόψεις, νομίζω πως δεν θα ενέκρινε εκείνη την εργασία που είχε πάθος αλλά δεν είχε σαφήνεια.
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ. Τώρα, στο Σύγχρονο Θέατρο Αθηνών ο Σταύρος Τσακίρης προτείνει με δική του σκηνοθεσία μια δική του διασκευή. Πιστεύω πως είναι πιο κοντά στις προθέσεις του μακαρίτη φίλου συγγραφέα, πρώτα γιατί έχει σαφέστερη αφηγηματική ροή, δεύτερον γιατί έχει ευδιάκριτο ελληνικό ήθος και ύφος, μια, δηλαδή, λαϊκή παρατακτική δομή, δίκην εικονογραφίας παλαιών χαρακτικών σε φυλλάδια που αφηγούνται τη Γενοβέφα, τον Ερωτόκριτο και τους διαβόητους λήσταρχους των Ορέων.
Η εκπληκτική περσόνα του Μάτεσι, η Ραραού, που αφηγείται την ιστορία της μητέρας της και τη δική της, είναι μια κατάκτηση της λογοτεχνίας μας ως χαρακτήρας και ως λόγος. Ερχεται να παρελάσει μπροστά μας με τις μεγάλες συνοδοιπόρους της, τις ηρωίδες του Παπαδιαμάντη, του Καρκαβίτσα, του Σκαρίμπα, του Μυριβήλη, του Καραγάτση, του Χατζή, του Κοσμά Πολίτη, του Κουμανταρέα. Η φιγούρα της παραπέμπει στην Καραγκιόζαινα, στους πίνακες του Θεόφιλου και στις λαϊκές γκραβούρες της Κυρα-Φροσάρ των «Αθλίων» του Ουγκώ, ελληνοποιημένων.
Ο Μάτεσις, που βίωσε ως έφηβος την Κατοχή και τον Εμφύλιο στη γενέθλια Αρκαδία, καταγράφει με πένα βυθισμένη στο αίμα και στη χολή μιας αλλοπρόσαλλης γενιάς τα πάθη, τα βάσανα και τους απόκρυφους πόθους εν καιρώ πολέμου. Χωρίς να θεωρηθεί υπερβολή, επειδή γνώριζα την αγάπη του Μάτεσι και για τον Ομηρο και για τον Θουκυδίδη, τολμώ να υποθέσω πως η παθολογία του πολέμου του αρχαίου ιστορικού βρίσκεται στο πίσω μέρος της σκέψης του Μάτεσι. Οπως ο Θουκυδίδης, έτσι και ο σύγχρονός μας συγγραφέας διαπιστώνει πως μέσα στις συνθήκες που δημιουργεί ο πόλεμος, και μάλιστα ο Εμφύλιος, δεν αλλάζουν μόνο τα ήθη, αλλάζουν ακόμη και οι σημασίες των κοινόχρηστων λέξεων!
Θα έλεγα, προχωρώντας τον συλλογισμό μου, πως η κυρίαρχη έννοια που δεσπόζει στις διανθρώπινες σχέσεις είναι Η ΑΝΑΓΚΗ που αρχαιόθεν υποχρεώνει τον άνθρωπο να γονατίζει και συχνά να σούρνεται. Ο Μάτεσις στη «Μητέρα του σκύλου» μας θυμίζει τα οικεία δεινά, ακολουθώντας τη χωρίς διακοπή ελληνική τραγική πορεία από την άλωση της Μιλήτου, στην καταστροφή της Σικελίας, στη σφαγή των Μηλίων, τον διωγμό των Ποντίων, τη Μικρασιατική Καταστροφή, το Δίστομο και τον Μελιγαλά, το Σκοπευτήριο της Καισαριανής και το Πολυτεχνείο.
Πίσω από αυτή τη ματωμένη πορεία υπάρχει πάντα μια τραγική Ασημίνα και μια σκυλίσια ζωή σαν της Ραραούς, ασήμαντα ανθρώπινα θύματα που συνθλίβονται μέσα στη μέγγενη των συμφερόντων των δυνατών δυναστών.
Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ. Ο Σταύρος Τσακίρης διασκεύασε το αριστούργημα του Μάτεσι με σεβασμό και στη γλώσσα του και στον πυρήνα του. Κράτησε τον αφηγηματικό άξονα δίνοντας τον πρώτο ρόλο στη Ραραού του Μέλλοντός μας. Η Δήμητρα Χατούπη πλάθει μιαν ανεπανάληπτη περσόνα, μια ως φιγούρα Μαμά-Ελλάδα που παραπέμπει στη λαϊκή φιγούρα της Μαμάς-Ελλάδας του Μποστ. Πρόσωπο ιλαροτραγικό, βαθιά συγκινημένο και συνάμα «κουνημένο», παράφορο και ευεπίφορο, αθώο και βιτριολικό. Αφηγείται, θεάται και σχολιάζει την ιστορία της μάνας της και τη δική της, συγχρόνως μέσα κι έξω από τα πράγματα, πρωταγωνίστρια και χορός, άλλοτε τραγικός, άλλοτε σατιρικός, άλλοτε κωμικός.
Ο σκηνογράφος και ενδυματολόγος Αγγελος Αγγελή κράτησε ως χώρο το σκηνικό χάος του θεάτρου έτσι ώστε η ιστορία να γίνει θέατρο και το θέατρο πεδίο της ιστορίας. Η κινησιολογία ανήκει στην Αντωνίου.
Η έμπειρη Τζίνη Παπαδοπούλου και ο επίσης δόκιμος Χρήστος Ευθυμίου, μαζί με τον Ηλία Ζερβό, πλαισιώνουν μια έξοχα διδαγμένη ομάδα νέων ηθοποιών που υλοποιούν τη σκηνοθεσία με αισθητικό βάθρο τον ποιητικό ρεαλισμό, μια έξοχη κοινωνική ηθογραφία.
Η Λαμπροπούλου (Ασημίνα), η Μαριαλένα Ροζάκη (νέα Ραραού), η Στεφανία Κριεζή, η Ρευματά, ο Γιάννης Δρίτσας, ο Γιαλελής συγκροτούν μια ομοιογενή υποκριτική αφήγηση με σαφήνεια, ειλικρίνεια και πειθώ.
Συγγραφέας:
Παύλος Μάτεσις
Σκηνοθεσία –δραματουργική επεξεργασία:
Σταύρος Τσακίρης
Σκηνικά –κοστούμια:
Αγγελος Αγγελή
Παίζουν:
Δ. Χατούπη, Ν. Γιαλελής, Γ. Δρίτσας, Χρ. Ευθυμίου, Ηλ. Ζερβός, Στ. Κριεζή, Μ. Λαμπροπούλου, Τ. Παπαδοπούλου, Ε. Ρευματά, Μ. Ροζάκη
ΣύγχρονοΘέατρο Αθήνας
Ευμολπιδών 39Γ-41, Γκάζι, τηλ.
210-3455020, Πέμπτη έως Κυριακή