Αν μου επιτρέπεται μια βιωματική αναφορά, άρχισα να κατανοώ τι περίπου είναι ο κινηματογράφος και «πώς ανεβαίνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι πάνω στο πανί» με αφορμή μια σκηνή καρναβαλιού. Είναι το φινάλε από την ταινία «Μια τρελή τρελή οικογένεια» (1965) των Τσιφόρου - Βασιλειάδη. Σε ένα φαντασμαγορικό (για τα δεδομένα και τα μέσα της εποχής) σκηνικό που αναπαριστά την καρναβαλική Βενετία, ο Μίμης Πλέσσας με τη μουσική του και ο Γιάννης Φλερύ με τις χορογραφίες του στήνουν ένα αποκριάτικο γαϊτανάκι, στο οποίο ο σκηνοθέτης Ντίνος Δημόπουλος, χωρίς να το δηλώνει σαφώς, έχει βάλει να παρελάσουν όλοι οι χαρακτήρες τής κομέντια ντελ άρτε. Η Καρέζη, η Αρώνη, ο Αλεξανδράκης, ο Παπαγιαννόπουλος, ο Καλλιβωκάς, η Γώγου αναπαριστούν  τον Αρλεκίνο, την Κολομπίνα, τον Πιερότο, τον Πανταλόνε, τον Πουλτσινέλο, τον Μπριγκέλα και τους υπόλοιπους. Και επειδή οι χαρακτήρες είναι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές, κάποιοι ηθοποιοί εμφανίζονται με δύο ή τρεις φορεσιές. Οπως η Τζένη Καρέζη που κρύβεται πίσω από μια κουρτίνα φορώντας ένα κοστούμι και εμφανίζεται το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο φορώντας ένα άλλο. Το αδιανόητο, για το παιδικό μου μυαλό, μου προκαλούσε θυμό, αν θυμάμαι καλά, και κλάματα, μέχρι που ο πατέρας μου βάλθηκε να μου εξηγήσει ότι το σινεμά είναι «κάτι σαν πολύ μικρές φωτογραφίες που τις κολλάνε τη μία μετά την άλλη»...
Βέβαια αυτή η υψηλότατου χιούμορ ταινία δεν αναφέρεται σε καθαυτό Απόκριες. Το βενετσιάνικο καρναβάλι εδώ λειτουργεί ως άλλοθι για να υπάρξει ένα φινάλε αντίστοιχο των δαλιανιδικών που είχαν ήδη γράψει την ιστορία τους στο ελληνικό σελιλόιντ.
Αντίθετα, σε μια άλλη μάλλον αδικημένη - όσον αφορά τη δημοτικότητά  της - ταινία, το «Γάμος α λα ελληνικά» (1964), σε σενάριο της Μαρίας Πολενάκη που διασκεύασαν ο σκηνοθέτης Βασίλης Γεωργιάδης, ο πρωταγωνιστής Γιώργος Κωνσταντίνου και ο Ναπολέων Ελευθερίου, οι Απόκριες είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο εξελίσσεται η ιστορία. Ο Γιώργος Κωνσταντίνου, ντυμένος ρωμαίος στρατιώτης, γνωρίζει την Ξένια Καλογεροπούλου, μασκαρεμένη σε καλόγρια, σε ένα μπαλ μασκέ. Ο Ρωμαίος γοητεύεται από την καλόγρια και η καλόγρια από τον Ρωμαίο χωρίς να γνωρίζει ο ένας το πρόσωπο και την πραγματική ταυτότητα του άλλου. Μένουν έτσι με ένα προανάκρουσμα έρωτα που επειδή παραμένει φευγαλέος, μυθοποιείται ως ιδανικός. Εν τω μεταξύ, όμως, οι δύο νέοι γνωρίζονται ως πραγματικά πρόσωπα και παντρεύονται. Στα καθημερινά καβγαδάκια, που προκαλούν κυρίως οι δύο πεθερές, συχνά αναπολούν εκείνη τον ευγενικό Ρωμαίο και εκείνος την αισθαντική καλόγρια. Μέχρι που ξανασυναντιούνται μασκαρεμένοι αλλά χωρισμένοι τον επόμενο χρόνο, λύνεται η παρεξήγηση και ζουν το όνειρό τους.
Στο «Γάμος α λα ελληνικά», ωστόσο, υπάρχει η μοναδική κινηματογραφική καταγραφή του αθηναϊκού καρναβαλιού που εκείνη την εποχή διήνυε τις τελευταίες ημέρες της δόξας του. Αντίστοιχο με αυτό της Πάτρας, είχε κεντρικό άξονα την οδό Πανεπιστημίου, όπου έκαναν παρέλαση το γαϊτανάκι και ο ξυλοπόδαρος, ενώ τα κύματα των μασκαράδων (η λέξη «καρναβαλιστές» μπήκε πολύ αργότερα στο λεξιλόγιό μας) ξεσπούσαν στους δρόμους της Πλάκας σε ένα άναρχο ξεφάντωμα, πλην όμως «νοικοκυραίικο», με στόχο τη διασκέδαση και καθόλου τον εντυπωσιασμό.
Στην ίδια ταινία υπάρχει ένα ακόμη ντοκουμέντο. Στην πρώτη σκηνή η Καλογεροπούλου ετοιμάζεται να πάει οικογενειακώς στον χορό μεταμφιεσμένων. Ο αδελφός της (Χάρρυ Κλυνν) είναι ντυμένος πιερότος και περιζωμένος με ένα τρομπόνι. Η μαμά (Δέσπω Διαμαντίδου) φοράει μια μάσκα διαβολάκου. Η ίδια είναι ντυμένη αρχικά Κλεοπάτρα αλλά αποφασίζει να αλλάξει στολή και να ντυθεί καλόγρια. Κρίμα που η ταινία είναι ασπρόμαυρη γιατί η στολή της βασίλισσας της Αιγύπτου είναι το περίφημο ροδί φουστάνι που είχε σχεδιάσει ο Νίκος Εγγονόπουλος (όπως και τα σκηνικά της παράστασης) για την «Κλεοπάτρα» που είχε ανεβάσει στο θέατρο Rex - ελληνικά, Κοτοπούλη - το 1962 η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Ηταν η εποχή κατά την οποία, καθ' υπόδειξιν του Μάριου Πλωρίτη, έκανε μια ποιοτική στροφή στην καριέρα της, στα πλαίσια της οποίας είχε γυρίσει και τη δραματική ταινία «Το ταξίδι» με τον Νίκο Κούρκουλο. Καμία απόπειρα όμως δεν ευοδώθηκε και η Αλίκη επέστρεψε δριμύτερη με ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη, την «Ψεύτρα», παρότι που δεν υπήρχε ιδιαίτερη συμπάθεια μεταξύ τους.
Η ανακύκλωση των κοστουμιών ήταν κάτι συνηθισμένο τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου που ήταν χρυσή ως προς την παραγωγή και τα εισιτήρια, καθόλου όμως ως προς τα μπάτζετ. Ο ενδυματολόγος δεν υφίστατο ως ειδικότητα και οι ηθοποιοί φορούσαν τα δικά τους ρούχα. Αν χρειάζονταν ειδικά κοστούμια - σπάνιο αφού δεν υπάρχουν πολλές ταινίες εποχής, ποιούμενοι ίσως την ανάγκην φιλοτιμίαν -, κατέφευγαν στα βεστιάρια των θεάτρων.
Η «Ψεύτρα» ήταν άλλη μία από τις τέσσερις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου που έχουν σκηνές με Απόκριες. Ισως γιατί γυρίστηκε Φεβρουάριο, ίσως γιατί ένα αποκριάτικο πάρτι θα έκανε ακόμη πιο φαντεζί την επιστροφή της εθνικής σταρ στο εμπορικό θέαμα. Η Βουγιουκλάκη υποδύεται το πλουσιοκόριτσο που προσποιείται τη φτωχή νέα, η οποία ποζάρει ως μοντέλο στον γλύπτη Αλέκο Αλεξανδράκη με απώτερο σκοπό την αποπλάνησή του. Συναντιούνται όμως σε αποκριάτικο πάρτι, όπου εκείνος έχει πάει με την αρραβωνιαστικιά του (Ζωή Φυτούση). Η Αλίκη, ντυμένη Σπανιόλα, είναι εκεί με την παρέα της. Τον Κώστα Βουτσά με στολή Κινέζου και τη Χλόη Λιάσκου ως (ξανθιά) Τσιγγάνα. Επιδίδεται δε στα γνωστά της τσαλίμια - που αναδεικνύονται από τη σπανιόλικη φορεσιά - για να μη γίνει αντιληπτή η πραγματική της ταυτότητα.
Πολλές ελληνικές ταινίες με φόντο Απόκριες δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν με φόντο Χριστούγεννα ή Πάσχα. Η μυθολογία για αυτές τις γιορτές άρχισε να καλλιεργείται στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες ως φρούτο εκ του εξωτερικού. Επίσης, οι ταινίες, στην πλειονότητά τους, γυρίζονταν καλοκαίρι. Συγκεκριμένα, ο γίγαντας που λεγόταν Φίνος Φιλμ είχε τέσσερα μόνιμα συνεργεία και γύριζε δεκατέσσερις ταινίες τον χρόνο, από Απρίλιο μέχρι Οκτώβριο.
Δηλαδή, «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης» (1963) που γυρίστηκε χειμώνα είναι εξαίρεση. Παρότι ο Ντίνος Ηλιόπουλος δεν είναι μασκαρεμένος, μία από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές της ταινίας είναι αυτή στο στολισμένο αποκριάτικα νυχτερινό κέντρο όπου ο πρωταγωνιστής γίνεται στουπί στο μεθύσι. Βέβαια τη νότα δίνουν ο Μανώλης Χιώτης και η Μαίρη Λίντα που τραγουδούν «Αχ έχω σουρώσει, τραλαλαλαλαλά, ας μην ξημερώσει, τραλαλαλαλαλά» και το «Ζήσε». Στην επόμενη σκηνή ο Ηλιόπουλος προσπαθεί να συνέλθει ξαπλωμένος στην πόρτα του σπιτιού του, περιτυλιγμένος με σερπαντίνες και φυσώντας ένα φρου φρου.
Η πρώτη κινηματογραφική καταγραφή Αποκριάς ωστόσο έγινε το 1956 στην «Καφετζού». Σε ένα φλασμπάκ 30 χρόνων που δείχνει πώς πρωτογνωρίστηκαν η Γεωργία Βασιλειάδου και ο Περικλής Χριστοφορίδης (στη συνέχεια εκείνος της έφαγε τα λεφτά και εξαφανίστηκε). Ο τόπος υποτίθεται ότι είναι η Πάτρα την περίοδο του καρναβαλιού. Και είναι εντυπωσιακό πως ο σκηνοθέτης Αλέκος Σακελλάριος με τα ελάχιστα μέσα της εποχής έχει κατορθώσει σ' ένα καφενεδάκι της Αθήνας να στήσει ένα αποκριάτικο σκηνικό και να δημιουργήσει μία ατμόσφαιρα που ξεγελάει και τον πιο έμπειρο πως πρόκειται για αυθεντική.
 Πενήντα πέντε χρόνια μετά, ο Παναγιώτης Φαφούτης γυρίζει τον «Παράδεισο» κατά τη διάρκεια του πατρινού καρναβαλιού. Τα μέλη του ομώνυμου γκρουπ, μεταμφιεσμένα σε εξωτικά πουλιά, φίδια, μήλα, Αδάμ και Εύες, παίρνουν μέρος στο αποκριάτικο πανηγύρι της πόλης τους. Μέσα στην κολασμένη ατμόσφαιρα, όλοι διεκδικούν τον συναισθηματικό τους Παράδεισο...
Ξεχάσαμε κάτι; Οχι. Γιατί αν θυμάστε κάποιες σκηνές από τη «Θεία μου τη χίπισσα» με τη Ρένα Βλαχοπούλου, δεν πρόκειται για Απόκριες αλλά για έναν διαγωνισμό μεταμφιεσμένων στο ξενοδοχείο όπου δούλευε ως καθαρίστρια.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από