«Εφηβος ακόμη άρχισα να συγκεντρώνω φωτογραφίες προσώπων μελαγχολικών ή δυστυχισμένων. Από ένστικτο, φωτογραφίες ανθρώπων που δεν τους ταλαιπωρούσαν υπαρξιακά αδιέξοδα, αλλά έδειχναν εξουθενωμένοι γιατί ήταν οι άλλοι που τους είχαν καταδικάσει σ' αυτήν τη συνθήκη, κι όχι γιατί ήταν οι ίδιοι που το είχαν επιδιώξει...», γράφει ο Θανάσης Νιάρχος στο Επιλογικό Σημείωμα του ημερολογίου του «Παιδιά του κόσμου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκοβόστη.
Από αυτές τις φωτογραφίες λοιπόν που μάζευε επί δεκαετίες ο Νιάρχος ως «ρακοσυλλέκτης» βλεμμάτων, συναισθημάτων, εκφράσεων, απογνώσεων και ελπίδων, από τα «κουρέλια» αυτού του κόσμου, κατέληξε στην επιτομή τους. Σε φωτογραφίες παιδιών! Ξανθών, μελαχρινών, ντυμένων, γυμνών, με μάτια σαν κάρβουνα ή σαν θάλασσες που όλα ωστόσο μοιάζουν να παρακολουθούν, με το ίδιο βλέμμα, το κυνηγητό της απελπισίας με την προσμονή. Παιδιά της Αφρικής, της Κατοχής, της Παλαιστίνης, αλλά και του Ισραήλ, της Σερβίας... Παιδιά της απόγνωσης. Με ακρωτηριασμένα μέλη, με όπλα στα χέρια, με σημαίες, ακόμη και με λουλούδια ή με κάποια επίφαση παιχνιδιού. Και γύρω τους, αυτός που ξεφυλλίζει το ημερολόγιο, βλέπει ή φαντάζεται συντρίμμια. Συντρίμμια ενός κόσμου που κανένα από αυτά τα παιδιά και με κανέναν τρόπο δεν συνετέλεσε στην αποδόμησή του.
Δίπλα σε κάθε φωτογραφία και ένα κείμενο που λες και αναβλύζει μέσα από την τραγικότητα του ενσταντανέ. Σαράντα οκτώ φωτογραφίες, σαράντα οκτώ κείμενα που ο Θανάσης Νιάρχος ζήτησε να τα γράψουν όχι αποκλειστικά λογοτέχνες. Μουσικοί, τραγουδιστές, επιστήμονες, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και άνθρωποι υπό την ιδιότητα του απλού εργαζομένου που ο Νιάρχος όμως ήξερε ότι θα σκύψουν «με τρυφερότητα και αγωνία, για λογαριασμό του ο καθένας, πάνω στα πρόσωπα των παιδιών που απεικονίζονται».
Ενα μωσαϊκό ανθρώπων εξαιρετικά ευρύ, που περιλαμβάνει από τον Παναγιώτη Τέτση μέχρι την Αλκηστη Πρωτοψάλτη, από τον Νίκο Σηφουνάκη έως τον Μένη Κουμανταρέα και από την Ντόρα Γιαννακοπούλου μέχρι τον Παντελή Καψή, καταθέτει γραπτά το συναίσθημα που του προκάλεσε η φωτογραφία. «Κουμπώνοντάς» το είτε σε μια δική του παιδική ανάμνηση είτε σε έναν νοερό διάλογο με τα πρόσωπα που απεικονίζονται είτε σε ένα σχόλιο είτε σε μια φανταστική ιστορία από το παρελθόν είτε ακόμη και στο σωτήριον έτος 3080 μ.Χ., όπου ο κόσμος υποτίθεται ότι θα είναι έτσι όπως τον οραματίστηκε ο ποιητής. Ομορφος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος...
Ως πρόλογος του βιβλίου λειτουργεί ένα απόσπασμα του Μ. Καραγάτση από το «10», γραμμένο για τα παιδιά που η κοινωνία φρόντισε να πετάξει απ' έξω πριν καν γεννηθούν. «... Παιδιά που παίζουν με το τίποτα, κάνοντας παιχνίδι το τίποτα. Αν ήταν γατιά, θα έπαιζαν με την ουρά τους. Δυστυχώς γι' αυτά είναι άνθρωποι· και με την πρώιμη ανθρώπινη νοημοσύνη τους καταλαβαίνουν πως είναι φόρτωμα και μπελάς για τους γονιούς τους. Μαντεύουν ότι γεννήθηκαν αθέλητα, δίχως αγάπη και λαχτάρα, καρποί αναγκαστικοί της ξαναμμένης σάρκας. Υποψιάστηκαν ότι πιάστηκαν κάποιο Σαββατόβραδο, όταν ο μεθυσμένος πατέρας τους δεν πρόσεξε και γκάστρωσε τη μάνα τους...».
«Ολοι με φωνάζουν εξυπνούλη, μα δεν ξέρω πώς είναι ένας τόπος που δεν έχει πόλεμο. Είμαι τεσσάρων χρονών. Γεννήθηκα μαζί με τον πόλεμο, λέει ο μπαμπάς. Μέρες και μέρες μου λέει πως θα περάσει το τρένο και θα φύγουμε. Εκεί που θα πάμε θα 'χει χωράφια σπαρμένα σιτάρι, θα 'χουμε ψωμί. Στα ποτάμια θα τρέχει πολύ νερό. Δεν θα πέφτουν μπόμπες να τρέχουμε να κρυβόμαστε σε τρύπες. Δεν τους πιστεύω», γράφει η 88χρονη Αλκη Ζέη στο δικό της διήγημα - περιγραφή μιας οικογενειακής φωτογραφίας, υπό τον τίτλο «Στο πουθενά».
H Κική Δημουλά αναδεικνύει με λόγια σαν κι αυτά μια φωτογραφία με προσφυγοπούλες από τη Σερβία: «Αχ, βρε κορίτσια, εγώ αλώνισα ολόκληρη την απανθρωπία να σας βρω και εσείς έχετε κιόλας επιβιβαστεί ασφαλείς σ' αυτή την αναχωρητική φωτογραφία σας, κατάστρωμα. Κάθεστε πάνω στον μπόγο με σφιχτά δεμένα όσα υπάρχοντά σας κατάσχεσε ένα πεπρωμένο και όσα ανύπαρκτα, ευτυχώς, διασώσατε χάρη σ' εκείνο το υποσυνείδητα θαυματουργό σκεπτικό ότι αύριο ίσως πάρουν μεγάλη αξία. Μέσα σε αυτά, εκείνο που καταλαμβάνει τον μεγαλύτερο χώρο και στον μπόγο σας και στη ζωή όλων μας, κι έχει εν αγνοία της απελπισίας συμπεριληφθεί, είναι το αύριο. Σήμερα δεν υπάρχει...».   
Το ημερολόγιο είναι κατά εβδομάδα και έτσι δομημένο ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί κάθε χρόνο.