Δύο ανθολογίες, η μία ηλικίας έντεκα αιώνων και η άλλη πολύ πρόσφατη, μας δείχνουν τους αρχαίους Ελληνες σε ένα φως όχι εκτυφλωτικά και εξαϋλωτικά «κλασικό», αλλά γεμάτο από τα ζεστά χρώματα των καθημερινών συναισθημάτων τους

Αν εμείς στην Ελλάδα μαθαίνουμε για τους αρχαίους Ελληνες λιγότερα από όσα άλλοι Ευρωπαίοι είναι επειδή δεν θέλουμε να ξέρουμε περισσότερα. Μας αρκεί να αναγνωρίζονται και να τιμώνται καθολικά ως μεγαλοφυής λαός με ανυπέρβλητο πολιτισμό. Αγαπάμε τον μύθο τους, όχι το αληθινό πρόσωπό τους, όπως μερικοί άνδρες ερωτεύονται μια γυναίκα από φωτογραφίες της επεξεργασμένες με photoshop, αλλά θα ήταν ανίκανοι ακόμη και να την αναγνωρίσουν στην πραγματική ζωή. Το να μελετάει κάποιος τους αρχαίους ημών προγόνους από πιο κοντά, το να τους κάνει πιο πραγματικούς, το αισθανόμαστε ως απειλή, όχι μόνο για το εγώ μας αλλά και για την ανταλλακτική αξία του τουριστικού προϊόντος μας.

Ετσι, όλοι οι αρχαίοι Ελληνες, όταν δεν «αμύνονταν περί πάτρης», φιλοσοφούσαν από το πρωί ώς το βράδυ (γελοίο, εκτός από εξωπραγματικό, αλλά φαίνεται πως δεν μπορούμε να τους φανταστούμε αλλιώς). Ολοι οι μεγάλοι άνδρες τους ήταν πρότυπα αρετής (στην πραγματικότητα δεν ήταν σχεδόν κανένας). Ο,τι έχτιζαν, έγραφαν ή σμίλευαν ήταν αριστούργημα (ακόμη και στη ζωφόρο του Παρθενώνα υπάρχουν καλλιτεχνικές αδεξιότητες). Οσο για τον έρωτα, έκανε ευσυνείδητα αγώγια ανάμεσα στην παρθενική αβροφροσύνη της Αντιγόνης και τη συζυγική αφοσίωση της Πηνελόπης (η ελληνική παιδεραστία είναι για μας μια αισχρή συκοφαντία των ανθελλήνων ή, στην καλύτερη περίπτωση, μια παρερμηνεία των αρχαίων κειμένων).
Αν σκεφτόμασταν λίγο περισσότερο ή αν είχαμε λίγο περισσότερη εθνική αυτοπεποίθηση, θα βλέπαμε ότι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι τόσο αξιοθαύμαστος επειδή τον δημιούργησαν άνθρωποι, όχι ημίθεοι ή εξωγήινοι. Ανθρωποι με ελαττώματα (πολλά), αδυναμίες, πάθη, καθημερινές έγνοιες. Αυτό που τους διαφοροποιεί από εμάς και από τους άλλους λαούς που κληρονόμησαν τον πολιτισμό τους είναι ότι χαίρονταν τη ζωή με πολύ λιγότερες αναστολές (αλλά και πολύ λιγότερες υπερβολές) και αντιμετώπιζαν τον θάνατο με περισσότερη αξιοπρέπεια.
Αμεσότερα από ό,τι στην κλασική λογοτεχνία και τέχνη τους αυτή η στάση ζωής έχει αποτυπωθεί στις μικρές, έντεχνες, αλλά συνήθως χωρίς αξιώσεις υψηλοφροσύνης μορφές λόγου τους. Προπαντός στα επιγράμματα, που τα συνέθεταν με διάφορες αφορμές: ως ερωτικά ή συμποσιακά ποιημάτια, ως αναθηματικές επιγραφές, ως επιτύμβια, ως θυμοσοφικά σχόλια κ.λπ. Η μεγαλύτερη και γνωστότερη συλλογή αρχαιοελληνικών επιγραμμάτων είναι η λεγόμενη «Παλατινή Ανθολογία». Δεν έχει καμιά σχέση με παλάτια. Ονομάστηκε έτσι επειδή ανακαλύφθηκε, το 1606, στο έδαφος του γερμανικού Παλατινάτου και συγκεκριμένα στη βιβλιοθήκη της Χαϊδελβέργης. Ουσιαστικά πρόκειται για την «Ελληνική Ανθολογία», που συνέταξε τον 10ο αιώνα ο βυζαντινός κληρικός και λόγιος Κωνσταντίνος Κεφαλάς, εμπλουτισμένη με έναν μικρότερο αριθμό επιγραμμάτων που πρόσθεσε, τον 13ο αιώνα, ο μοναχός Μάξιμος Πλανούδης. Το σύνολο το αποτελούν γύρω στα 4.000 επιγράμματα όλων των ειδών, που καλύπτουν μιάμιση χιλιετία: από περίπου το 600 π.Χ. ώς περίπου το 900 μ.Χ.
Ολόκληρη αυτή η ανθολογία υπάρχει τώρα μεταφρασμένη στη νεοελληνική (αντίκρυ στα πρωτότυπα κείμενα), σε δεκατρείς μικρούς τόμους χωρισμένους κατά θεματική κατηγορία. Το οφείλουμε στον φιλόλογο Κώστα Τοπούζη (1927-2011), έναν εμπνευσμένο, λατρεμένο από τους μαθητές του δάσκαλο, επιστήμονα με ευρύτερες ανησυχίες και ακάματο μεταφραστή της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, ιδίως της ποίησης. Η δουλειά του στην «Παλατινή/Ελληνική Ανθολογία» δεν είναι απλώς ευσυνείδητη. Φανερώνει έναν μεταφραστή που είχε ο ίδιος ποιητικό ταλέντο.     
Η σεμνοτυφία και οι ιδεοληψίες μας θα κλονιστούν, ας ελπίσουμε εξυγιαντικά, όταν μάθουμε ότι ίσα ίσα δύο βυζαντινοί ιερωμένοι δεν δίστασαν να διασώσουν όχι μόνον επιγράμματα που εξυμνούν τη συμποσιακή ευωχία αλλά, πράγμα πολύ εντυπωσιακότερο, και επιγράμματα αφιερωμένα στην «παιδική μούσα». Δηλαδή, στον ομοφυλοφιλικό έρωτα. Ο τρόπος που οι αρχαίοι Ελληνες αντιμετώπιζαν τον έρωτα μεταξύ ανδρών είναι κάτι που εμείς σήμερα πολύ δύσκολα μπορούμε να κατανοήσουμε. Σίγουρα ο «πλατωνικός έρως» δεν ήταν αυτό που κατέληξε να σημαίνει. Αλλά είναι εξίσου χονδροειδές λάθος να λέμε ότι οι αρχαίοι Ελληνες ήταν ομοφυλόφιλοι όσο και το να λέμε ότι δεν ήταν. Ουσιαστικά, ο όρος «ομοφυλοφιλία», ως περιγραφή ενός φαινομένου των δικών μας κοινωνιών, δεν είναι κατάλληλος για τα πολιτισμικά και παιδαγωγικά συμφραζόμενα που είχε στην αρχαία Ελλάδα η ερωτική έλξη μεταξύ ανδρών. Αυτό το επισημαίνει ο Σπύρος Καρυδάκης στην εξαιρετική εισαγωγή του στο «Καυτό μέλι», παρουσίαση, μετάφραση και εκτενή σχολιασμό αρχαίων ελληνικών ερωτικών ποιημάτων με θέμα τον ανδρικό ομοερωτισμό (αρκετά από αυτά περιέχονται και στην «Παλατινή Ανθολογία»).
Ο 52χρονος Καρυδάκης αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση συγγραφέα, και όχι μόνον ούτε κυρίως επειδή είναι ομολογημένα γκέι. Τα μυθιστορήματά του απηχούν ένα σπαρακτικό, απελπισμένο, μεταφυσικών αποχρώσεων πάθος για πλήρωση της ύπαρξης (το οποίο μου θυμίζει κάπως την ποίηση του Καρούζου), καθώς και μια μοναδική στην πεζογραφία μας αίσθηση για τις σκοτεινές έως καταστροφικές όψεις της ερωτικής επιθυμίας, ομοφυλοφιλικής ή ετεροφυλοφιλικής.
Ο Καρυδάκης δεν επιδίδεται ποτέ στην ωραιοπαθή παρουσίαση του ομοφυλοφιλικού έρωτα ούτε, από την άλλη, στην ομοφυλοφιλική αυτολύπηση, στοιχεία και τα δύο που ενδημούν στην γκέι λογοτεχνία και την κάνουν πολλές φορές απωθητική για τους μη ομοφυλόφιλους αναγνώστες, άλλο αν η πολιτική ορθοπρέπεια δεν τους επιτρέπει να το ομολογήσουν. Εχει όμως το θάρρος και την ειλικρίνεια να μιλήσει για τον ανδρικό ομοερωτικό πόθο χωρίς περιστροφές ή εκλογικεύσεις. Οπως έκαναν και οι αρχαίοι ποιητές που ανθολογεί.
Το αν θα απολαύσει κανείς τα ποιήματα της ανθολογίας του είναι ζήτημα γούστου, και δεν εννοώ μόνο το φιλολογικό γούστο. Αλλά τα σχόλιά του γι' αυτές τις ποιητικές δημιουργίες, τα οποία καταλαμβάνουν όχι λιγότερο από τα τρία πέμπτα του πολυσέλιδου τόμου, είναι, μαζί με την εισαγωγή, ό,τι πιο λεπτομερειακό, λεπτολόγο, οξυδερκές και με μια λέξη ενδιαφέρον έχει γράψει έλληνας συγγραφέας γι' αυτό το θέμα. Αξίζει να τοποθετηθούν πλάι στο κλασικό πλέον βιβλίο του Ντόβερ «Η ομοφυλοφιλία στην αρχαία Ελλάδα», από το 1978. Και δεν χρειάζεται να είναι κανείς ομοφυλόφιλος για να νιώσει πως κέρδισε πολλά διαβάζοντάς τα.