Δεν είναι απλώς «πολλή οθόνη». Δεν είναι μόνο η υπερβολική χρήση κινητού. Είναι κάτι βαθύτερο. Μια ολόκληρη γενιά που μεγαλώνει συνδεδεμένη με έναν αθέατο κόσμο, μέσα σε μια ασταμάτητη ροή φόβου, έντασης και αρνητικής πληροφορίας.
Ο όρος doomscrolling περιγράφει ακριβώς αυτή τη συνήθεια: το ατελείωτο σκρολάρισμα σε αρνητικές ειδήσεις και περιεχόμενο που προκαλεί άγχος, θυμό ή ανασφάλεια· και τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην Εθνική Δράση για την Προαγωγή της Υγείας Παιδιού και Οικογένειας είναι αποκαλυπτικά. Τρεις στους τέσσερις νέους βιώνουν το φαινόμενο, ενώ σχεδόν οι μισοί συνεχίζουν να σκρολάρουν ακόμη κι όταν αυτό τους επιβαρύνει ψυχικά.
Η Ειρήνη Αγαπηδάκη επέλεξε να δώσει και μια πιο πολιτική διάσταση στο ζήτημα, λέγοντας πως «στο μέλλον θα έχουμε πρόβλημα, όχι μόνο ψυχικής υγείας αλλά και Δημοκρατίας». Ισως ακούγεται υπερβολικό· ίσως πάλι και να μην είναι. Τα social media μετατρέπονται σταδιακά στην κύρια πηγή ενημέρωσης για τους νέους. Μοιραία, οι αλγόριθμοι αποκτούν τεράστια δύναμη πάνω στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Και αυτό ίσως είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της έρευνας.
Οι ίδιοι οι νέοι αναγνωρίζουν πως εγκλωβίζονται σε έναν μηχανισμό αδιάκοπης κατανάλωσης περιεχομένου. Οι πλατφόρμες δεν λειτουργούν ουδέτερα. Αντιλαμβάνονται τι μας κρατά περισσότερο στην οθόνη – και συνήθως αυτό είναι το περιεχόμενο που προκαλεί φόβο, θυμό ή ένταση. Η συζήτηση, βέβαια, δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια εύκολη δαιμονοποίηση της τεχνολογίας. Τα κινητά και τα social media δεν πρόκειται να φύγουν από τη ζωή των παιδιών. Το ερώτημα είναι αν οικογένεια, σχολείο και πολιτεία μπορούν να δώσουν στα παιδιά τα εργαλεία ώστε να μη μεγαλώνουν παθητικά μέσα σε έναν ασταμάτητο ψηφιακό θόρυβο.
Προσπάθειες γίνονται μέσω της Δράσης για την Προαγωγή της Υγείας Παιδιού και Οικογένειας, σε συνεργασία με τη UNICEF. Αρκούν όμως οι αποσπασματικές παρεμβάσεις απέναντι σε ένα πρόβλημα που εξελίσσεται τόσο γρήγορα και τόσο σαρωτικά;
Η ψηφιακή εξάντληση των παιδιών δεν φαίνεται να είναι μια «μόδα» της εποχής. Μοιάζει να εξελίσσεται σε νέα πραγματικότητα, επηρεάζοντας τον ύπνο, τη συγκέντρωση, την ψυχική υγεία, ακόμη και την ικανότητα κριτικής σκέψης. Και δύσκολα αντιμετωπίζεται μόνο με ημερίδες, καμπάνιες και σεμινάρια, όσο χρήσιμα κι αν είναι.
Ισως ούτε τα οριζόντια μέτρα – όπως η απαγόρευση εισόδου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 15 ετών – να αποτελούν από μόνα τους λύση. Δεν είναι τυχαίο ότι πληθαίνουν οι φωνές που επιμένουν πως χρειάζεται ένα σχολείο που να απαντά στις προκλήσεις του παρόντος, εκπαιδεύοντας ουσιαστικά τα παιδιά στον ψηφιακό γραμματισμό και την κριτική σκέψη. Αντίστοιχα, στήριξη και εκπαίδευση χρειάζονται και οι γονείς, οι οποίοι συχνά νιώθουν πως μεγαλώνουν τα παιδιά τους σε αχαρτογράφητα νερά. Η αλήθεια είναι ότι η ιδέα της τέλειας προστασίας μοιάζει ουτοπική. Αλλά η προσπάθεια για μία πιο συνειδητή σχέση με την πληροφορία και την οθόνη φαίνεται τουλάχιστον πιο εφικτή.








