Χθες διακινήθηκε στο Διαδίκτυο μία ας την πω δυσφορία για τον ουρανοξύστη στο Ελληνικό. Αιτία υπήρξε μία φωτογραφία που δείχνει το πανύψηλο κτίριο έτσι, ώστε να φαίνεται η υψομετρική διαφορά του από τον βράχο της Ακρόπολης. Η μουντή ατμόσφαιρα της φωτογραφίας (δεν εννοώ ότι είναι τρικ του φωτογράφου) την κάνει, ούτως ή άλλως, να φαίνεται δυστοπική και να προκαλεί δυσοίωνους συνειρμούς. Και έτσι άρχισε ένα γαϊτανάκι γκρίνιας και διαμαρτυρίας περί άλωσης της αισθητικής μας, βίαιης επέμβασης στο αστικό τοπίο, προσβολής της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, «αυθάδειας» προς τον Παρθενώνα, αρχιτεκτονικού ανοσιουργήματος που είναι κόντρα στο ελληνικό μέτρο και δεν ξέρω εγώ τι άλλο.

Τι έγραψα; Οτι η φωτογραφία ήταν η αιτία; Λάθος. Αφορμή ήταν. Η αντίδραση στην ανέγερση του ουρανοξύστη έχει αρχίσει να καλλιεργείται πριν καν σχεδιαστεί στα χαρτιά. Και έχει απόλυτα ιδεολογικό πρόσημο. Η ματαίωση της υλοποίησης του έργου υπήρξε το μεγάλο στοίχημα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Οι λογής κατευθυνόμενες ακτιβιστικές συλλογικότητες άλλοτε «ανακάλυπταν» εκεί αρχαία, άλλοτε κορμοράνους, άλλοτε τον Αλή Μπαμπά και τους σαράντα κλέφτες. Αλλωστε, η αντίδραση στην ανέγερση του ουρανοξύστη «πάει πακέτο» με άλλα σουσούμια.

Οσοι δυσφορούν είναι απαρέγκλιτα κι ενάντια στις ανεμογεννήτριες, θεωρούν ότι οι δημόσιοι χώροι είναι ιδιωτική ιδιοκτησία του κάθε πολίτη, οπότε και μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει, και πιστεύουν ότι το τρένο στα Τέμπη μετέφερε σίγουρα ξυλόλιο. Επίσης, δεν θέλουν μετρό στα Εξάρχεια, ούτε αναμόρφωση στον λόφο του Στρέφη, θέλουν να καταργηθούν τα Airbnb, μισούν το λεγόμενο gentrification περιοχών της πόλης και, προφανώς, θέλουν να κουτσοπίνουν καρτούτσα στην παλιά ταβέρνα με τη λακέρδα και το σκουμπρί. Είναι άνθρωποι που δεν αντέχουν το παρόν και – πολύ περισσότερο – δεν μπορούν να αποκωδικοποιήσουν το μέλλον.

Ποια ακριβώς είναι η ελληνική αισθητική και το ελληνικό μέτρο; Τα σκουπίδια στους δρόμους; Η εικόνα παρακμής των Προσφυγικών της λεωφόρου Αλεξάνδρας; Τα κακότεχνα γκραφίτι στους τοίχους; Τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα στις θέσεις ΑμεΑ; Τα κατειλημμένα από τραπεζοκαθίσματα πεζοδρόμια; Τα «μπουγελωμένα» αγάλματα; Τα πανό στην Ακρόπολη; Και τελικά τι προσβάλλει περισσότερο τον Παρθενώνα; Ο ουρανοξύστης στο Ελληνικό ή αυτό το τσιμεντόπραγμα τριγύρω του;

Τι να θυμηθώ, τι να ξεχάσω από αντιδράσεις κάθε φορά που αναγγελλόταν η ανέγερση ενός «μεγαλεπήβολου» κτίσματος ή η αναμόρφωση ενός παλαιότερου. Η πιο συχνή δικαιολογία είναι ότι εμποδίζει τη θέα προς την Ακρόπολη. Να το δεχθώ για συγκεκριμένες περιοχές, αλλά πώς μπορεί να «κρύψει» την Ακρόπολη ένα κτίριο στο… Μαρούσι; Νομίζω ότι οι απαρχές αυτής της παράδοσης βρίσκονται στη χούντα, όταν η ανέγερση του Πύργου Αθηνών είχε συνδεθεί με το μεγαλοπρεπές – μουσολινικό θα έλεγα – αποτύπωμα που ήθελε να αφήσει η δικτατορία των συνταγματαρχών. Το χούι όμως το είχαμε πάντα. Εδώ υπήρξαν αντιδράσεις για την ανέγερση του Χίλτον, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, επειδή θα έκρυβε τη θέα προς τον Υμηττό.

Το παλιό και το καινούργιο

Ναι, ωραία θα ήταν αν στην Αθήνα υπήρχαν μόνο νεοκλασικά σπίτια και στους Αμπελόκηπους είχαμε ακόμη περιβόλια. Αλλά, σε αυτή την περίπτωση, οι κάτοικοί της θα έπρεπε να μην ξεπερνούν τις 400.000. Είναι δύσκολο να μπεις σε μια νέα εποχή με τα ρούχα της παλιάς. Και εσπρεσάκι και «πολλά βαρύς και όχι» δεν μπαίνουν στο ίδιο φλιτζανάκι.

Στον «Κίτρινο φάκελο», ο Μ. Καραγάτσης περιγράφει με έναν εξαιρετικό τρόπο το πόσο δύσκολα αφομοιώνει ο άνθρωπος το καινούργιο. Βάζει τον πιο γνωστό ήρωά του, τον Βασίλι Κάρλοβιτς Γιούγκερμαν, να επισκέπτεται, στα μέσα της δεκαετίας του 1930, το εργοστάσιο του Μίλτου Ρούση, όπου κατασκευάζονται – μεγάλη καινοτομία της εποχής – νεροχύτες από νίκελ. Ο συγγραφέας τούς συγκρίνει με τους μαρμάρινους που είχαν τη μοναδικότητα του τεχνίτη που τους κατασκεύασε. Μετά όμως σκέφτεται ότι ένας αρχαίος άνθρωπος θα αναρωτιόταν γιατί τόσος κόπος για την κατασκευή ενός μαρμάρινου νεροχύτη όταν μπορούμε να πλένουμε τα χέρια μας και τα πιάτα μας στην αυλή;

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail