«Τη ζωή – την ωραία – της παγκόσμιας ποίησης και της θυμοσοφίας ζωντανεύουμε μέσα στις ρωμαϊκές αυτές αρχαιότητες. Αν μιλάμε για ιερότητα του χώρου αυτού, μιλάμε για την ιερότητα της ζωής της κάθε μέρας. Ετσι όπως βιώνεται η αληθινή ποίηση μέσα στις στιγμές της κάθε μέρας». Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου μεταφέρει το πνεύμα τής χωρίς χρηματικό αντίτιμο συναυλίας, που θα παρουσιάσει τη Δευτέρα στον εμβληματικό χώρο της Αρχαίας Ρωμαϊκής Αγοράς, η οποία, όπως επισημαίνει, δημιουργήθηκε για να υπηρετήσει ακραιφνώς εμπορικούς σκοπούς, «κάτι σαν την αγορά την τωρινή στην οδό Αθηνάς.
Ελευθέρωσε έτσι την “πολιτική” νομοθετική αρχαία αγορά από τη λειτουργία της αυτή. Είναι ένας τόπος καθημερινότητας, αληθινής ζωής των Αθηναίων της ρωμαϊκής περιόδου. Είναι ένας χώρος όπου νομίζω το τραγούδι έχει φυσική θέση, γιατί είναι από τα μουσικά είδη αυτό που de facto ενδύεται και ενδύει την αληθινή μας ζωή, ταιριάζει στα χούγια μας τα ελληνικά. Ετσι διακινδυνεύω τη λαϊκότητα των αληθινά μεγάλων ποιητών να ακουστεί τόσο στεντόρεια όσο και οι φωνές των ελλήνων μικροπωλητών του 1ου π.Χ. αιώνα που σίγουρα αντηχούν ακόμη».
Αυτή η γεμάτη ήχους εικόνα που περιγράφει υπογραμμίζει κατά κάποιον τρόπο μια άλλη φράση του η οποία συνδέεται με τη ρήση του ρωμαίου αυλικού του Νέρωνα Γάιου Πετρώνιου (27-66 μ.Χ.), «το κάλλιστο, το άριστο, είναι αυτό που πρέπει να το αναζητήσεις».
Πόσο απαιτητικό, δύσκολο, είναι για έναν καλλιτέχνη να μείνει προσηλωμένος σε αυτή τη σκέψη και να δημιουργεί μέσα από αυτή; Η απάντησή του, όμως, ανέτρεψε την ερώτηση, μεταφέροντας τη δυσκολία στην πλευρά του αποδέκτη. «Το δύσκολο είναι – και δη τη σήμερον ημέρα ακόμα πιο δύσκολο – για τον ακροατή που ψάχνει αληθινές συγκινήσεις. Πρέπει να προσπεράσει, να σκύψει, να κρυφτεί ίσως από τη χυδαία υπερπληροφόρηση της υποκουλτούρας που τον στοχεύει με ακρίβεια δορυφορικής παρακολούθησης να καταναλώσει ότι αποφάσισαν κάποιοι ερήμην του». Στην ουσία από το υποχρεωτικό – όπως το χαρακτηρίζει – μάρκετινγκ για οτιδήποτε παίρνει τη μορφή εμπορικού προϊόντος.
«Η ίδια η επιβίωση του καλλιτέχνη έχει ανάγκη την εμπορευματοποίηση της δουλειάς του. Αυτό όμως πρέπει να έχει όριο, και το όριο αυτό είναι η προστασία των συνθηκών ελεύθερης δημιουργίας. Να μη γίνει ποτέ λ.χ. το πρωθύστερο, να προηγείται της δημιουργίας η οργάνωση της πώλησης. Να μην πνίγει το γεγονός της δημιουργίας η παράπλευρη αντιπνευματική πληροφορία. Να μη γίνει ο ακροατής υπόδουλος του εμπόρου τέχνης, υποκείμενος μιας διαρκούς και ανίκητης πλύσης εγκεφάλου προβολής πολιτιστικών υποπροϊόντων».
Ο άξονας της συναυλίας δημιουργείται από συνθέσεις που ακούσαμε σε βραβευμένες κινηματογραφικές ταινίες («Ο τσαλαπετεινός του Wyoming», «Το φως που σβήνει», «Ρεβάνς»), σπουδαίους δίσκους, έργα (ο «Μεγάλος Αιρετικός» (Α’, Β’, Γ’), οι «Μετασχηματισμοί» και «Τα τραγούδια της Οδού Ατθίδων»), αλλά και τραγούδια που δεν ακολούθησαν τη μόδα αφού έγιναν τα ίδια μόδα («Αναστασία», «Λόγω τιμής», «Μάγισσες της Σμύρνης» κ.ά.).
Υψηλής αισθητικής και απαιτητικού κειμένου έργα αγκαλιάζονται από το πλατύ κοινό και διαπερνούν τον χρόνο. Πώς εξηγείτε αυτό το παράδοξο;
Ολο το θέμα είναι να ανακαλύψεις και να χρησιμοποιήσεις την κερκόπορτα του κάθε καινούργιου συστήματος. Αν η τηλεόραση και τώρα το Διαδίκτυο είναι το βασικό υπερόπλο της αποχαύνωσης και υποδούλωσης, μπορεί να είναι ταυτόχρονα το εφαλτήριο της νέας δημιουργίας και κυρίως της άμεσης, χωρίς ενδιάμεσο, επαφής με το κοινό. Η χρήση τους μπορεί να αποδειχθεί εξόχως δημοκρατική. Ενώ αντίθετα ο εμπορικός δρόμος (δισκογραφία κ.λπ.) περιέχει τα «φίλτρα» των εμπόρων και του κακώς εννοούμενου μάρκετινγκ και είναι πλέον ή βέβαιο ότι το νέο θα αποκλειστεί ως τραγικά ασύμφορο.
Ποια έργα μπορούν ν’ αντισταθούν στον χρόνο, στη λήθη, πέρα από είδη και ταμπέλες;
Αιώνια είναι τα έργα που προσφέρουν στον άνθρωπο κάτι ουσιαστικό, κάτι που έχει μεγάλη και σταθερή ανάγκη. Το κάλλος. Η ελευθερία. Η κατανόηση των μυστικών της ύπαρξης. Η τέχνη και η παιδεία κρατούν τους ανθρώπους σε πλαίσιο εφικτής κοινωνικής συνύπαρξης. Οχι οι νόμοι και οι φυλακές. Οχι ο φόβος, αλλά η παιδεία.








