Μια επιθυμία που δεν τόλμησαν να ονομάσουν, μια βίαιη εφηβεία, οι αντίθετες όχθες της ίδιας πόλης, μια φιλία παγιδευμένη στην εξάρτηση, ένα τραύμα που τους συνέδεσε για πάντα. Ετσι άρχισε να χτίζεται η ζωή δύο αγοριών που ως ενήλικοι επέστρεψαν στο σημείο μηδέν. Αυτός είναι ο κόσμος που έφτιαξε με τρόπο αριστοτεχνικό η Σόφι Σβίτινμπανκ στο έργο της «Bacon», το οποίο γνώρισε τεράστια επιτυχία στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη. Αξιοσημείωτο είναι και το ανέβασμά του στην Ελλάδα με τη σκηνοθετική υπογραφή της Εμιλυς Λουίζου και τους Γιώργο Μπένο και Αλέξανδρο Πιεχόβιακ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Το στοιχείο το οποίο προκάλεσε το ενδιαφέρον της στο κείμενο – που έχει τιμηθεί για τη διεισδυτική του ματιά στην τοξική αρρενωπότητα, την εφηβική βία και τα τραύματα που αφήνουν πίσω οι σχέσεις εξουσίας –, όπως αναφέρει η σκηνοθέτρια, ήταν «το πώς το παρελθόν επηρεάζει το παρόν και το πώς το τραύμα της εφηβικής βίας χαράζεται τόσο, μα τόσο βαθιά στην ενήλικη ζωή. Αλλά το τρομερό με το “Bacon” είναι ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται αυτό το θέμα, το πώς χρησιμοποιεί τη φόρμα του έργου. Δηλαδή είναι τεράστια η πρόκληση για έναν ηθοποιό, και έναν σκηνοθέτη, να παίζει σε δύο παράλληλα χρονοδιαγράμματα – το παρελθόν της εφηβείας των χαρακτήρων και το παρόν της ενήλικης πια ζωής τους. Αλλά αυτό ακριβώς το “μπρος – πίσω” στη δομή του έργου είναι που αναγκάζει, πολλές φορές και βίαια, τον ηθοποιό, άρα και τον θεατή, να διακόψει το παρόν για να ξαναβρεί στο παρελθόν ποιος είναι. Κι αυτή είναι όλη η ουσία του τραύματος συμπυκνωμένη. Το πώς το τραύμα του παρελθόντος μπορεί να διακόψει βίαια το παρόν, να επιβληθεί, να επηρεάσει, να θολώσει το “τώρα”».
Αγγλία – Ελλάδα
Το αφήγημα, όπως λέει, του να είσαι «άντρας» – δηλαδή αρρενωπός, άρα να μην ελκύεσαι από άλλα αγόρια και ν’ ακολουθείς ορισμένες στερεοτυπικές συμπεριφορές – είναι βαθιά ριζωμένο στην κοινωνία μας και στο εν λόγω έργο το βλέπουμε στην πιο ωμή του εκδοχή.
Πώς μπορεί να μεταβολιστεί ένα βρετανικό έργο – άλλη κουλτούρα και πολιτισμός – και να συνδεθεί με την ελληνική πραγματικότητα; Η Εμιλυ Λουίζου αναφέρει την ανάγκη σωστής διαχείρισης γιατί «είναι πολύ εύκολο ένα έργο που έχει γραφτεί στα πλαίσια μιας άλλης πόλης/χώρας και κουλτούρας να μην έχει την ίδια αμεσότητα ή και απεύθυνση όταν μεταφερθεί σε ένα άλλο πλαίσιο. Οπότε, όσον αφορά τον “μεταβολισμό” του, είχα σπουδαία συνεργάτρια την Τζούλια Διαμαντοπούλου στη μετάφραση. Γιατί όλα ξεκινούν από τον λόγο! Οσον αφορά τις θεματικές του έργου, ήξερα ότι θα ακουμπήσουν το ελληνικό κοινό, αλλά έπρεπε να βεβαιωθούμε ότι δεν θα το δει ο θεατής ως μια ιστορία για δύο παιδιά “κάπου μακριά”, κάπου που δεν τον αφορά. Γι’ αυτό πήραμε πολύ γρήγορα και την απόφαση να αλλάξουμε τα ονόματα των χαρακτήρων (ώστε να ακούγονται πιο οικεία στο αφτί μας) και να απομακρύνουμε συγκεκριμένες αναφορές στο Λονδίνο. Για μένα το ουσιαστικό, αλλά και το τρομακτικό, με αυτά τα δύο παιδιά και αυτή την ιστορία είναι ότι πρόκειται για εφήβους σαν αυτούς που βλέπουμε σήμερα τόσο στο Λονδίνο όσο και στην Αθήνα, στην επαρχία της Ελλάδας, της Αγγλίας και παντού γύρω μας».
Ποια φράση από το κείμενο – μεταξύ άλλων – ξεχωρίζετε; Ποια δηλαδή θεωρείτε ότι πυκνώνει την αγωνία του και το νόημά του;
Κάποια στιγμή, ενώ οι δύο ρόλοι συναντιούνται πια στο «παρόν», ο ένας λέει στον άλλον «εσύ ήσουν ο μόνος μου φίλος». Κι αυτό με διαλύει. Γενικά το θέμα της φιλίας είναι κομβικό στο έργο. Πόσο ανάγκη έχουμε, ειδικά σε εκείνες τις ηλικίες, φίλους που να μας αποδέχονται, να μας στηρίζουν, να μας μαθαίνουν να δίνουμε και να λαμβάνουμε αγάπη. Υπάρχουν πάντως πολλές φράσεις που στριφογυρνάνε στο μυαλό μου. Φράσεις για τη μοναξιά, την οικογένεια, την ταυτότητα. Είναι ένα κείμενο – διαμάντι! Τόσο συμπυκνωμένο, τόσο καλογραμμένο. Σπάνιο δώρο για έναν σκηνοθέτη, και είμαι ευγνώμων στη Σόφι Σβίτινμπανκ που όχι μόνο έγραψε αυτό το έργο, αλλά και που υπήρξε ακούραστη συνομιλήτρια όλους αυτούς τους μήνες που ήμασταν στις πρόβες.








