Μέσα από ξεθωριασμένες φωτογραφίες, θραύσματα μνήμης και αφηγήσεις που πέρασαν από γενιά σε γενιά, αναβιώνει μία από τις πιο σκοτεινές και τραγικές σελίδες της ιστορίας: η Γενοκτονία των Ποντίων. Οι μαρτυρίες των ανθρώπων που ξεριζώθηκαν και επέζησαν συγκλονίζουν μέχρι και σήμερα. Οικογένειες διαλύθηκαν και ζωές χάθηκαν. Άνθρωποι αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω τους τα πάντα, όπως περιουσίες και αγαπημένα πρόσωπα, κρατώντας μαζί τους μόνο την ελπίδα πως κάπου θα καταφέρουν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους.

Οι μαρτυρίες αυτές δεν αποτελούν απλώς οικογενειακές αναμνήσεις. Είναι ζωντανές καταγραφές μιας ιστορικής τραγωδίας που σημάδεψε βαθιά τον ποντιακό ελληνισμό. Είναι οι φωνές ανθρώπων που, παρά τον πόνο και την απώλεια, κράτησαν ζωντανή τη μνήμη, την ταυτότητα και την ψυχή του Πόντου.

«Πρέπει να αισθανθούν οι πρόγονοί μας ικανοποιημένοι»

Ο κ. Παναγιώτης Κυρμανίδης, χοροδιδάσκαλος και πρόεδρος του Ποντιακού Συλλόγου «Οι ΜΙΘΡΙΟΙ», παραχώρησε στον δημοσιογράφο Θεολόγο Ηλιού και στο tanea.gr, ένα ιστορικό αρχείο, η καταγραφή του οποίου έγινε από τον αείμνηστο καθηγητή της δεκαετίας του ’80, Παύλο Χαιρόπουλο. «Έχω πάρα πολλές μαρτυρίες, μία από αυτές, είναι 104 ετών. Πρόκειται για συγκλονιστικά γεγονότα, για ανθρώπους που ήρθαν από τον Πόντο. Η Χρυσάνα Καρυπίδου έφερε έναν χρυσό σταυρό που τον πήρε από την εκκλησία, τον έκρυψε στο στήθος, και μετά χάθηκε, όπως χάθηκαν και πολλά πράγματα. Δεν μπορούσαν να πάρουν τίποτα μαζί τους. Ίσα ίσα “χάθηκαν” πολλές ψυχές στον δρόμο» αναφέρει ο ίδιος και προσθέτει πως «πρέπει να αναγνωριστεί η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, να αισθανθούν οι πρόγονοί μας ικανοποιημένοι». 

Παράλληλα, τονίζει πως τα γεγονότα και οι καταγραφές από τον Πόντο καθηλώνουν. «Μιλάνε για το πώς εξοντώθηκαν, εξορίστηκαν και βρέθηκαν στην Ελλάδα. Μία μαρτυρία που έχω από μέλος της οικογένειάς μου, είναι ότι μία οκταμελής οικογένεια διαμελίστηκε και έφτασε στην Ελλάδα το 50%. Στον δρόμο πείνα και αρρώστιες πάνω στο πλοίο. Ένα μήνα ήταν στην Κωνσταντινούπολη, από εκεί στη Ζάκυνθο, και στη συνέχεια στο Καραμπουρνάκι. Όλη μέρα σε ένα στρατόπεδο, προσπαθούσαν να ζήσουν σε άθλιες συνθήκες». 

Όπως μπορείτε να ακούσετε και στο παρακάτω βίντεο, η Χρυσάνα Καρυπίδου από την Νικόπολη, ήταν 7 ετών όταν είχε έρθει στην Ελλάδα. «Θυμάμαι πως οι Τούρκοι μαζέψανε τους Έλληνες, τους βάλανε μέσα στην εκκλησία, και όλο το χωριό μαζεύτηκε σε τρία σπίτια. Τα λεφτά, τα είχαν βάλει οι μάνες μας επάνω μας, και ήταν ραμμένα, όπως και τα χρυσά για να μην μας τα πάρουν οι Τούρκοι. Αλλά, εκείνοι ήταν πονηροί, τα ξήλωσαν και μας άφησαν γυμνούς. Μας έσπρωχναν μία από εδώ, μία από εκεί. Το μόνο που καταφέραμε να φέρουμε από τον Πόντο ήταν ένας σταυρός. Γύρισα, γύρισα ανάμεσα στους Τούρκους και τους Έλληνες που ήταν ανακατωμένοι στην εκκλησία, και πήρα τον σταυρό. Τον έβαλα στο φουστάνι μου και τον είχαμε μέχρι το ’50 στο χωριό. Εγώ σχολείο δεν είδα, είμαι αγράμματη». 

Ο Αριστοτέλης Ξανθόπουλος από την Ορντού, ήταν 20 χρονών όταν έφυγε από τον Πόντο. «Από τον ξεριζωμό θυμάμαι, πως ξεκινήσαμε από το χωριό. Ήρθαν οι αστυνομικοί και μας είπαν ότι πρέπει να φύγουμε για την Ελλάδα. Κατεβήκαμε στην Ορντού και μετά πήραμε τα πλοία από εκεί. Στην συνέχεια προς Κωνσταντινούπολη, και μετά στην Ζάκυνθο, όπου μείναμε 6-8 μήνες. Μέναμε σε μοναστήρια. Από την Ζάκυνθο ήρθα στο Μονοπήγαδο. Όλα τα θυμάμαι από τον Πόντο. Όταν ήρθα στην Ελλάδα εγώ ασχολήθηκα με την γεωργία». 

Ο 76χρονος Γεώργιος Κωνσταντινίδης από την Ορντού, θυμόταν πως έφυγαν πολλοί Έλληνες από την περιοχή της Μεσουτιέ, και πήγαν όλοι στην Μακεδονία. «Εκτός από το Μονοπήγαδο, πήγαν στην Δράμα, στις Σέρρες, στο Κιλκίς και σοτν Λαγκαδά. Εγώ πάντα λέω ιστορίες από τον Πόντο και με ακούν με ενδιαφέρον» ακούγεται να λέει, και στην συνέχεια τραγουδά. «Με την λύρα λέγαμε εμείς τα ποντιακά τραγούδια. Εγώ δεν πήρα μέρος στο αντάρτικο, ήμουν μικρός, 13 ετών. Είχα έναν ξάδερφο που ήταν αρματωμένος. Εγώ φοβόμουν. Πρέπει να δοξαστούν αυτοί οι άνθρωποι, πολέμησαν για την πατρίδα». 

Η 86χρονη Παρθένα Κυρμανίδου από την Νικόπολη, ζούσε στο Μονοπήγαδο, ενώ γεννήθηκε στον Πόντο, στην Νικόπολη. «Θυμάμαι ήταν νηστεία όταν μας έδιωξαν. Μας έβγαλαν οι Τούρκοι από τα σπίτια μας και ήρθαμε στην ύπαιθρο. Μετά φύγαμε και από εκεί, ήρθαμε στην Κερασούντα όπου και καθίσαμε περίπου έναν μήνα, και στην συνέχεια ήρθαμε στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης. Μας έφεραν ρυζόνερο. Εμείς τους είπαμε ότι αυτό το φαγητό δεν μπορούμε να το φάμε. Έχουμε τα δικά μας φαγητά, μαγειρεύαμε και τρώγαμε». 

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail