Στις τοπικές εκλογές της περασμένης εβδομάδας στη Βρετανία, διαλύθηκε ο ιστορικός δικομματισμός. Η λαϊκιστική Δεξιά του Reform UK εκτοξεύθηκε στην πρώτη θέση, οι Πράσινοι κέρδισαν έδαφος, οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες δεν πήγαν άσχημα. Στη Σκωτία και την Ουαλία κυριαρχούν πια τα εθνικιστικά αποσχιστικά κόμματα. Αντίθετα, καταστροφικό ήταν το αποτέλεσμα ταυτόχρονα για Εργατικούς και Συντηρητικούς. Από την εκλογή Θάτσερ το 1979 έως το δημοψήφισμα για το Brexit το 2016, σε 37 χρόνια, η Βρετανία είχε 5 πρωθυπουργούς. Σε μόλις μια δεκαετία από τότε, έχει αλλάξει 6 και αναζητείται ήδη ο 7ος. «Ο πρωθυπουργός Νάιτζελ Φάρατζ» δεν είναι πια αστείο αλλά η πιθανότερη προοπτική. Κι αυτό μολονότι σήμερα σχεδόν 60% των Βρετανών πιστεύουν ότι ήταν λάθος το Brexit, στο οποίο τους παρέσυρε ο ίδιος αυτός άνθρωπος.
Και έξω από τη μήτρα του δικομματισμού, η τάση είναι παντού η ίδια. Στη Γερμανία, η λαϊκιστική αντιμεταναστευτική ακροδεξιά του AfD είναι πια καθαρά πρώτη στις δημοσκοπήσεις. Απορροφά σχεδόν όλη τη δυσαρέσκεια για την καγκελλαρία του Φρίντριχ Μερτς, ενώ ταυτόχρονα το SPD όχι απλώς δεν ανακάμπτει μετά την εκλογική ήττα του, αλλά βυθίζεται παραπέρα, δημοσκοπικά στο 12% – ποσοστό αδιανόητο για το άλλοτε ισχυρότερο κόμμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Οι Πράσινοι, ισχυρός και ώριμος σχηματισμός στη Γερμανία, κερδίζουν πολύ λίγο για να αντισταθμίσουν τη γενική τάση προς τα ακροδεξιά, ενώ εκδοχές λαϊκιστικής Αριστεράς αποδεικνύονται διάττοντες αστέρες και σβήνουν.
Η Γαλλία απέχει, κατά την πιθανότερη εκδοχή, ένα χρόνο από την εκλογή της Λεπέν (ή του υποκατάστατού της Ζορντάν Μπαρντελά) στην προεδρία. Ο Μπαρντελά, στις τελευταίες σφυγμομετρήσεις, συγκεντρώνει διπλάσιο ποσοστό από τον επόμενο υποψήφιο, τον κεντροδεξιό πρώην πρωθυπουργό του Μακρόν, Εντουάρ Φιλίπ. Στην Αριστερά, θα είναι πάλι υποψήφιος ο Μελανσόν για την «Ανυπότακτη Γαλλία». Το παλιό «αντι-Λεπέν» μέτωπο έχει πια διαλυθεί, η Ακροδεξιά έχει πλήρως κανονικοποιηθεί – επιλογή δική της και αποτυχία των αντιπάλων της μαζί.
Ποιο είναι το νήμα που ενώνει όλες αυτές τις τόσο διαφορετικές μεταξύ τους χώρες, ώστε να κινούνται οι πολιτικές εξελίξεις στην ίδια κατεύθυνση που ορίζουν μια παγκόσμια «εποχή Τραμπ»;
Πρώτον, οτιδήποτε εκπροσωπεί την τρέχουσα κατάσταση, αποδοκιμάζεται. Τα εγκατεστημένα συστήματα εξουσίας, όσο ιστορικό βάθος κι αν τα στηρίζει, όσο κι αν το εκλογικό σύστημα τα ευνοεί, κατεδαφίζονται. Οποιος το καταδικάζει, όσο προφανής κι αν είναι η κενότητά του, επιδοκιμάζεται.
Δεύτερον, η προέλευση μιας διακυβέρνησης που αποδοκιμάζεται δεν έχει σημασία – στη Βρετανία είναι Εργατική, στη Γερμανία δεξιά, στη Γαλλία κεντρώα. Η μετακίνηση του εκλογικού σώματος συντελείται προς τα δεξιά. Η Αριστερά έχει χάσει κάθε ελκυστικότητα και πειστικότητα.
Υπάρχουν αποχρώσεις – στην Ισπανία ο Σάντσεθ δοκιμάζεται αλλά αντέχει καλύτερα, στην Ιταλία η Μελόνι δημιουργεί το πρόπλασμα μιας δικομματικής εναλλαγής εντελώς έξω από την κουλτούρα της χώρας. Η Ελλάδα έζησε δύο τέτοιες στιγμές καθολικής αποδοκιμασίας στο πρόσφατο παρελθόν. Ολα δείχνουν ότι σήμερα είμαστε πιο κοντά στο 2012 παρά στο 2015. Για να καταστραφεί ένα σχήμα εξουσίας δεν χρειάζεται απαραίτητα να υπάρχει εναλλακτική. Αρκεί μια καθολική κοινωνική απαίτηση κατεδάφισής του. Ο κολασμός του πράγματι αμαρτωλού κατεστημένου παίρνει προβάδισμα έναντι της υπαρκτής ανάγκης για διακυβέρνηση. Είναι ο ορισμός του αδιεξόδου και είναι δίπλα μας.







