Ως κεντρικός όρος στην πολιτική αντιπαράθεση, η «συγκάλυψη» έκανε τη θριαμβευτική της εμφάνιση μετά το δυστύχημα των Τεμπών, με τις κατασκευασμένες καταγγελίες κατά της κυβέρνησης για παράνομο φορτίο του τρένου και σκόπιμο μπάζωμα του χώρου. Eκτοτε, χρησιμοποιείται κατά κόρον από την αντιπολίτευση, για να χαρακτηρίσει την κυβερνητική στάση σε διάφορες υποθέσεις, ως εσκεμμένη απόπειρα απόκρυψης αποδεικτικών στοιχείων, πληροφοριών, σφαλμάτων ή παράνομων πράξεων.
Την περίοδο αυτή έχει έλθει και πάλι στην επικαιρότητα με αφορμή την προαναγγελθείσα από την κυβέρνηση απόρριψη της πρότασης του ΠΑΣΟΚ για τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής, με σκοπό τη διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών των πρώην υπουργών Σπήλιου Λιβανού και Φωτεινής Αραμπατζή για παρέμβαση σε υποθέσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ, ύστερα από τη σχετική δικογραφία που διαβίβασε στη Βουλή η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κρίνοντας την κυβερνητική απόφαση, έκαναν λόγο για συστηματική προσπάθεια «συγκάλυψης» ενός σκανδάλου που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, προκάλεσε οικονομική ζημία ύψους έως και 800 εκατομμυρίων ευρώ σε βάρος εκατοντάδων χιλιάδων αγροτών. Η συσχέτιση των υπό έρευνα ατομικών ποινικών ευθυνών των δύο πρώην υπουργών με την εικαζόμενη συνολική οικονομική ζημία του οργανισμού, μπορεί να έγινε για λόγους εντυπωσιοθηρικούς, αλλά είναι διαφωτιστική, για να διαπιστώσει κάποιος την ειλικρίνεια των προθέσεων του ΠΑΣΟΚ. Εννοώ ότι, όταν η μεμονωμένη περίπτωση ανάγεται καθ’ υπερβολήν στο μείζον, αυτός που καταγγέλλει για «συγκάλυψη» οφείλει να δείξει τις προθέσεις του κατεξοχήν στην αντιμετώπιση του μείζονος. Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: o καταγγελλόμενος για «συγκάλυψη» οφείλει να αποδείξει τις αληθινές του προθέσεις στην αντιμετώπιση του συνολικού προβλήματος.
Τι έκαναν η κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ στη συγκεκριμένη περίπτωση; Τον Δεκέμβριο του 2025 η πρώτη πρότεινε και ψήφισε την κατάργηση του ΟΠΕΚΕΠΕ και την υπαγωγή του στην ΑΑΔΕ (με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2026), με κύριο στόχο τη ριζική αναδιοργάνωση του συστήματος πληρωμών των αγροτικών επιδοτήσεων και την αποκατάσταση της διαφάνειας. Το ΠΑΣΟΚ καταψήφισε το εν λόγω νομοσχέδιο, υποστηρίζοντας, μεταξύ των άλλων, ότι αποτελούσε ελιγμό, για να μετατεθούν οι πολιτικές ευθύνες για παλαιότερες παρατυπίες και να μπει ταφόπλακα σε έρευνες για σκάνδαλα, δηλαδή «επιχείρηση συγκάλυψης». Και αντιπρότεινε τη διατήρηση του ΟΠΕΚΕΠΕ και την εξυγίανσή του μέσω της θεσμικής του θωράκισης, της διασφάλισης της αξιοκρατίας, της πλήρους ψηφιοποίησης κ.ά. Ενός οργανισμού που έχει σαπίσει, δεν εξυγιαίνεται.
Επίσης, όταν επιθυμείς ειλικρινά να αντιμετωπίσεις το μείζον, δηλαδή να κόψεις οριστικά τον γόρδιο δεσμό των πελατειακών σχέσεων, τόσο των ωφελούμενων όσο και των πολιτικών, με έναν οργανισμό, δεν επιμένεις πεισματικά στο έλασσον, δηλαδή στις υπαρκτές διαφορές ανάμεσα στον ΟΠΕΚΕΠΕ και την ΑΑΔΕ. Τα κόμματα και οι αγροτικοί φορείς που αντιτάχθηκαν στην κατάργηση του ΟΠΕΚΕΠΕ υπηρετούν οι ίδιοι έμπρακτα αυτό για το οποίο εγκαλούν την κυβέρνηση, δηλαδή τη «συγκάλυψη».
Παρά τους ισχυρισμούς για αγώνα κατά της διαφθοράς και τις επίμονες καταγγελίες για κυβερνητική «συγκάλυψη» σκανδάλων, η αντιπολίτευση, με επικεφαλής το ΠΑΣΟΚ, δεν μάχεται η ίδια για καμιά μεταρρύθμιση που ενισχύει τη διαφάνεια, και ταυτόχρονα, αντιμάχεται τις κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις που την επιδιώκουν και σε ορισμένους τομείς την έχουν πετύχει. Στην ουσιαστική του διάσταση το ερώτημα «ποιος συγκαλύπτει τι» τίθεται, λοιπόν, στη βάση του ποιος επιδιώκει τη λύση του προβλήματος στην αφετηρία του και ποιος όχι, και εντέλει στη βάση του τι είναι πειστικό, δηλαδή επαληθεύσιμο, και τι όχι. Για να το πω με τα λόγια της ανώνυμης θεάς που υποδέχτηκε τον Παρμενίδη, όταν αυτός έφτασε κοντά της ταξιδεύοντας πάνω σε ουράνιο άρμα: «η αλήθεια είναι ολοστρόγγυλη και η καρδιά της ατάραχη, ενώ οι αναπόδεικτοι ισχυρισμοί είναι αναξιόπιστοι».
Ο Μιχαήλ Πασχάλης είναι ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης







