Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σχολίασε χθες τις δημοσκοπήσεις, ως μια «πολιτική πραγματικότητα» που αποδεικνύει την κυριαρχία της ΝΔ στο πολιτικό σκηνικό, ενώ ανέφερε ότι «φαίνεται» πως τη δεύτερη θέση στις εκλογές μπορεί να έχει «το εν αναμονή, υπό δημιουργία, κόμμα του κ. Τσίπρα». Δεν λέει ψέματα για τα νούμερα. Αυτό, όμως, που δεν συζητάμε αρκετά είναι η χρήση τους, ως εργαλείων άσκησης πολιτικής. Διότι είναι άλλο πράγμα τα δημοσκοπικά δεδομένα και άλλο η κατάχρησή τους.
Υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία για το θέμα. Ενδεικτικά, ανάλυση του ινστιτούτου Brookings (Dionne και Mann συγγραφείς) θεωρεί τις δημοσκοπήσεις χρήσιμες για τη δημοκρατία, ωστόσο επισημαίνει ότι οι ερωτήσεις συχνά βάζουν τους πολίτες να πάρουν θέση για θέματα που δεν γνωρίζουν, δημιουργώντας μια «τεχνητή» κοινή γνώμη. Επισημαίνουν, επίσης, ότι συχνά οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν τα focus groups για την εύρεση λέξεων-κλειδιών που «καμουφλάρουν» αντιδημοφιλείς πολιτικές, ενώ τονίζουν ότι συνιστά μεθοδολογική πλάνη να αντιμετωπίζει κανείς τα νούμερα των δημοσκοπήσεων ως μια «απόλυτη αλήθεια», αγνοώντας ότι η κοινή γνώμη είναι ρευστή και συχνά αντιφατική. Το δεδομένο που δεν αρνείται κανένας σοβαρός επιστήμονας είναι ότι υπάρχουν συγκεκριμένοι μηχανισμοί επηρεασμού της εκλογικής συμπεριφοράς που συνδέονται με τις δημοσκοπήσεις, όπως π.χ. η τάση των αναποφάσιστων να συνταχθούν με τον προπορευόμενο ή η στρατηγική ψήφος με βάση την κατάταξη.
Τα προβλήματα που βλέπουμε σε πολλές από τις μετρήσεις εδώ, στη χώρα μας, είναι η συμπερίληψη κομμάτων που δεν έχουν ιδρυθεί επισήμως, η αδιαφάνεια στις μεθοδολογίες, η στάθμιση με παλιούς όρους σε ένα ρευστό σκηνικό, η παράλειψη αναφοράς σε στατιστικά σφάλματα και – κυρίως – η εργαλειοποίηση των δημοσκοπήσεων από την κυβέρνηση για την εμπέδωση ενός αισθήματος «μονόδρομου», το οποίο προσκρούει στην πραγματικότητα της καθημερινής εμπειρίας.
Σε αυτό το κομματικό παιχνίδι συμμετέχουν δυστυχώς και άνθρωποι με επιστημονική ιδιότητα, ακόμη κι ερευνητές, που επιλέγουν πολύ βολικά να μην αναλύουν τα φοβερά ευρήματα π.χ. για την ακρίβεια και την έλλειψη εμπιστοσύνης στη δικαιοσύνη, τα οποία καταγράφονται σε όλες τις δημοσκοπήσεις πια κι είναι τρομακτικά για την εικόνα της κοινωνίας μας. Ομως, όταν η πρόθεση κι η εκτίμηση ψήφου χρησιμοποιούνται, όχι ως «φωτογραφίες της στιγμής» αλλά ως επιχείρημα που αποστομώνει την κριτική, η δημοσκόπηση παύει να είναι εργαλείο έρευνας και γίνεται εξουσιαστικό μέσο.







