Τον Ιούλιο του 1961, ο υπουργός Πολέμου του Ηνωμένου Βασιλείου, καλεσμένος σ’ ένα πάρτι, σε μια έπαυλη που ανήκε κάποτε στον πρίγκιπα της Ουαλίας και αργότερα σ’ έναν λόρδο, γνώρισε μια 19χρονη κοπέλα που κολυμπούσε γυμνή στην πισίνα. Ετσι ξεκίνησε το σκάνδαλο Τζον Προφιούμο – Κριστίν Κίλερ που συντάραξε τη Βρετανία και έριξε μια κυβέρνηση.

Ο πυρήνας του σκανδάλου: Οπως αποκαλύφθηκε αργότερα, το 1963, η Κίλερ είχε παράλληλα ερωτικό δεσμό με τον υπουργό αλλά και με τον ναυτικό ακόλουθο της σοβιετικής πρεσβείας, τον οποίο οι μυστικές υπηρεσίες υποψιάζονταν ως πράκτορα.

Δεν αποδείχθηκε ποτέ ότι ο Προφιούμο μαρτυρούσε κρατικά μυστικά στο κρεβάτι της ωραίας Κριστίν, ούτε ότι εκείνη είχε μεταφέρει τέτοια μυστικά στον ρώσο εραστή της. Η υποψία της κατασκοπείας «πιθανολογήθηκε ανεπιβεβαίωτα» (για να χρησιμοποιήσουμε τη διατύπωση της πολυσυζητημένης, πρόσφατης απόφασης του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου). Καμία απόδειξη δεν υπήρξε ποτέ ως σήμερα, παρά τις έρευνες των μυστικών υπηρεσιών. Η υπόθεση δεν έφθασε ποτέ, στην πολιτική της διάσταση, σε κάποιο δικαστήριο. Αλλά οι συνέπειές της ήταν βαριές. Ο Προφιούμο παραιτήθηκε ντροπιασμένος, όταν αποκαλύφθηκε ότι είχε πει ψέματα ενώπιον της Βουλής. Αποσύρθηκε για πάντα από την πολιτική. Η παραίτησή του συμπαρέσυρε και τον πρωθυπουργό Μακμίλαν. Και το Συντηρητικό Κόμμα, παρά την αλλαγή ηγεσίας, έχασε τις επόμενες εκλογές.

Από τις υποψίες κατασκοπείας στο ερωτικό τρίγωνο ενός βρετανού υπουργού, ενός μοντέλου κι ενός σοβιετικού διπλωμάτη, ως τις υπόνοιες για ενδεχόμενη κατασκοπεία σε μια υπόθεση παγίδευσης των τηλεφώνων ελλήνων υπουργών και στρατηγών, με λογισμικό το οποίο διαχειριζόταν ένας έφεδρος συνταγματάρχης πρώην επικεφαλής της Μονάδας 81 (ειδικευμένης σε μυστικές τεχνολογίες συλλογής πληροφοριών) των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, η απόσταση είναι μεγαλύτερη από την απόσταση που χωρίζει, χρονικά, το 2026 από το 1961. Καμία σχέση.

Μα αν υπάρχει κάποια αναλογία, είναι νομίζω αυτή: Οτι σε τέτοιες υποθέσεις, η δικαστική εκκαθάριση και η πολιτική διαχείριση είναι δύο διαφορετικές και διακριτές διαδικασίες. Η κρίσιμη είναι πάντα η πολιτική όψη της υπόθεσης. Προπάντων σε μια υπόθεση όπως η δική μας, των υποκλοπών, που δεν αφορά επιλήψιμη ατομική συμπεριφορά κάποιου υπουργού, αλλά μια ενδεχόμενη συστημική παρεκτροπή.

Η δικαστική διάσταση της υπόθεσης, βέβαια, είναι πολύ πιο σύνθετη. Ως προς την εμπλοκή της ΕΥΠ ή άλλης δημόσιας υπηρεσίας στη χρήση του απαγορευμένου, κατασκοπευτικού λογισμικού, η υπόθεση μπήκε στο αρχείο, τον Ιούλιο του 2024, από τον τότε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Για να ανασυρθεί από το αρχείο πρέπει να προκύψουν νεότερα στοιχεία, που ήταν άγνωστα την εποχή που αποφασίστηκε η αρχειοθέτηση.

Αυτό ακριβώς πρότεινε η σύνθεση που δίκασε και καταδίκασε τους τέσσερις διαχειριστές του λογισμικού, στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο. Εκρινε πως στο ακροατήριο προέκυψαν νέα στοιχεία που απαιτούν τον έλεγχο των κατηγορουμένων και άλλων προσώπων, για το ενδεχόμενο τέλεσης του αδικήματος της κατασκοπείας. Η υπόθεση, συνεπώς, θα έπρεπε να ανασυρθεί από το αρχείο. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, όμως, που εξέτασε τη δικογραφία, έκρινε πως τα στοιχεία που προέκυψαν δεν είναι νέα, κι όσα είναι νέα δεν είναι επαρκώς ισχυρά, ώστε να ανατρέψουν την προηγούμενη απόφαση για αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Και έκλεισε το θέμα.

Η κρίση του, με στενά νομικούς όρους, θα μπορούσε να είναι ορθή. Μπορεί τα στοιχεία που προέκυψαν, πράγματι, να μην είναι νέα. Αλλά η κρίση πως επειδή δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι στα κινητά που παγιδεύτηκαν υπήρχαν πράγματι κρατικά απόρρητα ή πως επειδή μεταξύ των παγιδευθέντων δεν ήταν μόνον υπουργοί και στρατηγοί αλλά και άλλοι, ένας διάσημος καλλιτέχνης και μια σκοτεινή μιντιακή περσόνα, γι’ αυτό τα περί κατασκοπείας συνιστούν «ανεπιβεβαίωτη πιθανολόγηση» που δεν χρήζει ελέγχου – η κρίση αυτή, και δικανικά ορθή να ήταν, δεν αντέχει σε λογική βάσανο.

Η απόφαση του Μονομελούς – είτε είχε νέα στοιχεία είτε όχι – έδινε στον Αρειο Πάγο την ευκαιρία να διορθώσει ένα προφανές λάθος. Θα μπορούσε η κυβέρνηση να αναζητήσει κάποιον τρόπο, επικαλούμενη εθνικά απόρρητα και άλλους φοβερούς κινδύνους, να το εμποδίσει. Να αποσύρει το θέμα από τη δικαστική ύλη. Να αναλάβει όλη την ευθύνη γι’ αυτό και να πληρώσει το πολιτικό τίμημα. Αλλά να αναλαμβάνει αυτή την ευθύνη η δικαιοσύνη, είναι άδικο για εκείνην. Και αφάνταστα βλαπτικό για τη δημοκρατία.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000