Μία νέα αναθεώρηση εξαγγέλθηκε πρόσφατα από τον Πρωθυπουργό κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, αφορά σε περίπου 25 άρθρα και η συζήτηση ξεκινά στις 15 Μαΐου.

Οι αναθεωρήσεις του Συντάγματός μας είναι συχνές παρά τη βαριά διαδικασία του άρθρου 110 του Σ (και για την οποία είχα προ πολλών ετών προτείνει την αλλαγή της).

Ορισμένες από αυτές υπήρξαν σχετικώς εύστοχες άλλες πλήρως περιττές και άστοχες.

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις μίας επιτυχούς συνταγματικής αναθεώρησης και συντρέχουν σήμερα ώστε να μην καλλιεργείται ένα κλίμα άγονου συνταγματισμού;

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις ώστε να επιτευχθεί μία αναθεώρηση – ορόσημο, μία πολιτειακή οραματική βελτίωση – ορόσημο της νυν γενιάς των πολιτικών μας και όχι μία πολιτική «γραφειοκρατική» αναθεώρηση;

Η πρώτη προϋπόθεση είναι η πολιτική συναίνεση αποσυνδεδεμένη από την πολιτική συγκυρία που υποβιβάζει την ίδια τη διαδικασία. Ο βουλευτής πρέπει κατά τη διαδικασία αυτή να προβιβάζεται απαλλαγμένος από την τρέχουσα συγκυρία και αντιπαραθέσεις σε πολιτειακό νομοθέτη με αίσθηση καθήκοντος απέναντι στη σύνολη πολιτεία χωρίς κομματικές γραμμές αλλά και καλά ενημερωμένος.

Η δεύτερη είναι η πολιτειακή συναίνεση, δηλαδή η έγκαιρη λαϊκή συναίνεση, συμμετοχή και διαφώτιση. Το Σύνταγμα δεν είναι υπόθεση μόνο ειδικών, νομικών και πολιτικών αλλά όλης της κοινωνίας. Μόνο η λαϊκή στήριξη παρέχει ουσιαστική νομιμοποίηση ενώ ξέρουμε ότι η πολιτική νομιμοποίηση είναι απαραίτητη αλλά όχι αρκετή. Χρειάζεται συνεπώς διάλογος και διαβούλευση ευρύτατη.

Η τρίτη και σημαντικότερη είναι η στόχευση. Μία επιτυχημένη συνταγματική αναθεώρηση θα πρέπει να αποβλέπει όντας λιτή:

(α) στην απλούστευση αντιμετωπίζοντας το φαινόμενο της υπερσυνταγματοποίησης που υποβαθμίζει το Σύνταγμα σε νόμο (μέτρησα τουλάχιστον 20 τέτοιες διατάξεις που πρέπει να υποβιβαστούν σε νόμο όπου είναι και η φυσική τους θέση). Η πρόσδοση στο Σύνταγμα της θέσης που έχει ως αξιακός και οργανωτικός χάρτης της πολιτείας υψηλού συμβολισμού είναι ζητούμενο.

(β)   στη βελτίωση της πολιτειακής λειτουργίας, με την πάροδο των ετών η πρακτική διαμόρφωσε μία δυναμική υπερβολικά πρωθυπουργοκεντρικού μοντέλου που είναι τελικά αντιπαραγωγικό. Η δημιουργία, ο επαναπροσδιορισμός εξισορροπητικών θεσμικών αντιβάρων και η θεσμική ενίσχυση της δημοκρατικής λειτουργίας (της Βουλής και της αυτονομίας της δικαστικής εξουσίας πρωτίστως αλλά και του Προέδρου της Δημοκρατίας, της ανεξαρτησίας των Ανεξάρτητων Αρχών αλλά και της Δημόσιας Διοίκησης)  είναι ζητούμενο σήμερα. Και απουσιάζει. Η στοχοθεσία της βελτίωσης περιλαμβάνει και άλλες στοχεύσεις επίκαιρες όπως η «ορθόδοξη» τροποποίηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, η ευθύνη των υπουργών και των βουλευτών χωρίς λαϊκίστικες υπερβολές που μπορεί να οδηγήσουν σε κυβερνητική παραλυσία (αν ο νόμος π.χ. για την απιστία χρησιμοποιείται ως μέσον πίεσης του υπουργού από συμφέροντα, και για τον λόγο αυτό πιο σωστό φαίνεται παράλληλα η εξέταση δημιουργίας «ουσιαστικού υπουργικού δικαίου»). Αυτά τα θέματα μοιάζουν να είναι ώριμα. Επίσης η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης (άρθρο 90) αλλά ίσως και η επιθυμητή ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου (για πολλούς λόγους, ιδίως βεβαιότητας δικαίου).

(γ) στον καθορισμό του μέλλοντος του έθνους απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής. Σε αυτό το οραματικό και για μένα πολύ σπουδαίο πεδίο στόχευσης θα ξεχωρίσω δύο μεγάλες ενότητες:

– τις τεχνολογίες και ιδίως την τεχνητή νοημοσύνη (προστασία της ιδιωτικότητα των πολιτών, της εκλογικής διαδικασίας από επιρροή, αλγοριθμική διαφάνεια, ο έλεγχος αλγοριθμικών διακρίσεων, κ.λπ.)

– διαγενεακή προστασία (περιβάλλον, βιοηθική, δημογραφικό, περιορισμός χρέωσης μελλοντικών γενεών). Αυτό το σπουδαίο πεδίο λείπει εντελώς ακόμη και εάν υπάρχει μία εν σπέρματι σκέψη για προσθήκη στο άρθρο 5 του Σ ρητής αναφοράς στην τεχνητή νοημοσύνη.

Με φρόνηση λογισμό και όνειρο.

Ο Χάρης Παμπούκης είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών, δικηγόρος και πρώην υπουργός

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000