Στο πανεπιστήμιο όπου διδάσκω πνέει εκλογικός άνεμος. Οχι, δεν έχει να κάνει με την κεντρική πολιτική σκηνή. Απλώς έρχονται εκλογές για τα εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης, τα οποία στη συνέχεια θα εκλέξουν τα εξωτερικά μέλη του, ενώ μετά το σύνολο του Συμβουλίου θα εκλέξει τις πρυτανικές αρχές, σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο. Η εκλογή θα γίνει με ένα περίπλοκο εκλογικό σύστημα, καθώς οι εκλέκτορες, δηλαδή το σύνολο των μελών ΔΕΠ, πρέπει να υποδείξουν ιεραρχικά τις προτιμήσεις τους (δηλαδή να σημειώσουν την πρώτη επιλογή τους, τη δεύτερη κ.ο.κ.), ενώ εισέρχονται περιορισμοί, όπως ότι εκλέγεται μόνο μέχρι ένα μέλος του Συμβουλίου ανά Σχολή.
Το εκλογικό αυτό σύστημα, όπως και συνολικά ο θεσμός του Συμβουλίου Διοίκησης, στηρίζεται στην ιδεολογική εμμονή ότι το πρόβλημα με τα πανεπιστήμια ήταν ότι αυτοδιοικούνταν και άρα χρειάζονται και «εξωτερικά μέλη» για να επανέλθουν στον ορθό δρόμο. Ουσιαστικά, σηματοδοτούσε μια διάχυτη νεοφιλελεύθερη πεποίθηση ότι δεν ήταν αρκετά προσαρμοσμένα στις «ανάγκες της αγοράς». Αλλωστε, συμβάδιζε με την παγίωση εκτεταμένων πρακτικών «πιστοποίησης» που επίσης στηρίζονται στην πεποίθηση ότι τα πανεπιστήμια είναι από μόνα τους ανίκανα να εγγυηθούν υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο και προσαρμογή στις ανάγκες της κοινωνίας.
Μια πεποίθηση που έχει εδώ και καιρό υποκαταστήσει τον σεβασμό με τον οποίο αντιμετωπίζονταν τα πανεπιστήμια, ως οι χώροι όπου παράγεται γνώση, έρευνα και συχνά στρατηγική. Αλλωστε, είχε προηγηθεί και στη χώρα μας και διεθνώς μια δαιμονοποίηση των δημόσιων πανεπιστημίων, πρωτίστως επειδή στο εσωτερικό τους αναπτυσσόταν η κριτική σκέψη αλλά και μαζικές κινηματικές διεργασίες – χαρακτηριστικό παράδειγμα η πεποίθηση της σημερινής κυβέρνησης ότι καταλήψεις, δηλαδή φοιτητικές απεργίες, επιτρέπονται μόνο σε περιόδους δικτατορίας, διαφορετικά είναι παράνομες πράξεις.
Δεν αμφισβητώ ότι ακόμη και με αυτό το σύστημα έχουν εκλεγεί πανεπιστημιακές διοικήσεις που υπερασπίζονται τα δημόσια πανεπιστήμια – παρότι έχουν υπάρξει και διοικήσεις που έχουν έρθει σε ρήξη με τους φοιτητές και την πανεπιστημιακή κοινότητα και έχουν επιλέξει αυταρχικούς δρόμους.
Ωστόσο, είναι προφανές ότι σε μεγάλο βαθμό τα όποια βήματα σε θετική κατεύθυνση έχουν να κάνουν περισσότερο με τα στοιχεία αυτοδιοίκητου που εξακολουθούν να υπάρχουν, παρά με τον θεσμό των Συμβουλίων Διοίκησης. Για να μην αναφερθώ στο ότι το εκλογικό σύστημα, αντί να αποτρέπει τη χειραγώγηση, στην πράξη οδηγεί τον εκλέκτορα στο να ζητήσει αναλυτικό «σκονάκι», για να αποφύγει τον κίνδυνο άλλο να ψηφίσει κι αλλιώς να μετρήσει η ψήφος του.
Σε τελική ανάλυση ο θεσμός του Συμβουλίου Ιδρύματος είναι απλώς τμήμα μιας συνολικότερης υπονόμευσης της δυνατότητας του Δημόσιου Πανεπιστημίου να κάνει τη δουλειά του. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι εκεί που κάποτε τα δημόσια ιδρύματα έπρεπε να πείσουν ότι ένα νέο τμήμα δεν «πλεονάζει», το υπουργείο Παιδείας αδειοδοτεί, χωρίς κανέναν σχεδιασμό, ιδιωτικά ιδρύματα χωρίς εχέγγυα ακαδημαϊκότητας, που απλώς διεκδικούν ένα μέρος του φοιτητικού πληθυσμού απειλώντας με μαρασμό δημόσια πανεπιστήμια, ιδίως περιφερειακά, με σημαντική προσφορά.






