Από προσωπική «διαστροφή», είτε πρόκειται για πολιτικούς είτε για καλλιτέχνες, αλλά και για πρόσωπα της οικείας καθημερινότητας, μετρώ, για τους μεν πρώτους, σε μια σύντομη ή μακρά συνέντευξή τους στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση, για τους δε δεύτερους, σε μια ακόμα και ολιγόλεπτη συζήτηση μαζί τους, πόσες φορές μετέρχονται τη λέξη «εγώ». Δεν ξέρω γιατί, αλλά ακόμα και μια μετρημένη χρήση της συγκεκριμένης λέξης, μαζί με κάτι το απωθητικό, προκαλεί και ένα αίσθημα δυσπιστίας σε σχέση με την ειλικρίνεια των όσων λέγονται που, σε συνδυασμό με ένα αξιωματικό συνήθως ύφος, μπορεί να φτάσει ως την πλήρη αμφισβήτηση – ακόμα και απόρριψη – και της οφθαλμοφανέστερης αλήθειας.

Παραμένει άκρως ενδεικτική μιας αντίστοιχης νοοτροπίας ενός μεγάλου αριθμού πολιτικών (τόσο ενδεικτική, ώστε δεν χρειάζεται να αναφέρει κανείς όνομα) το συγκεκριμένο και πολύ προβαλλόμενο στέλεχος, προοδευτικού μάλιστα κόμματος, που πολύ πρόσφατα σε τηλεοπτική συνέντευξή του, στα δέκα λεπτά που του αναλογούσαν, ανέφερε επτά φορές τη λέξη «εγώ». Και μάλιστα, με έναν τρόπο που έκανε την επιφύλαξη, τη σύμφυτη με τη λέξη αυτή, ακόμα μεγαλύτερη. «Εγώ πιστεύω», «εγώ νομίζω» και – άκουσον άκουσον – «εγώ θα ήθελα».

Χωρίς να σκέφτεται, να αναρωτιέται ή να υπολογίζει πως ό,τι καλό ή κακό γίνεται στη δημόσια, πολιτική σφαίρα, δεν είναι γιατί ο ίδιος το έχει «θελήσει», «νομίσει» ή «πιστέψει». Αφού αν υπήρχε περίπτωση, να συμβεί κάτι ανάλογο και οποιαδήποτε εξέλιξη θα σημειωνόταν, γιατί θα απέβλεπε να ικανοποιηθεί ο συγκεκριμένος πολιτικός, θα το είχε διαγνώσει πρώτος από όλους ο ίδιος και θα το είχε επιβάλει με τα όποια μέσα και τους όποιους τρόπους διαθέτει.

Με λίγα λόγια, το να σε αγνοεί ουσιαστικά η πραγματικότητα, κι ενώ διατηρείς παρά το αξίωμά σου μια θέση ουραγού, να θέλεις να εμφανίζεσαι πως αυτή την πραγματικότητα τη διαμορφώνεις, πρόκειται ή για ψευδαίσθηση ή για παράκρουση, ή τέλος, για μια συνειδητή πρόθεση χειραγώγησης, ώστε αν και παραμένεις η δέκατη τρύπα του ζουρνά, να συμπεριφέρεσαι, ως μια πρωταγωνιστική μονάδα.

Αλλά όταν αρχίσεις να κατεβαίνεις του κακού τη σκάλα, πάντα επιφυλάσσεις πιο δυσάρεστες εκπλήξεις, σε όσους σε παρακολουθούν, σε σχέση με όσα έλεγες, ενώ ήσουν ακόμη στα αρχικά σκαλιά της. Ακούσαμε τον ίδιο πολιτικό στην ίδια εκπομπή να λέει για την περιλάλητη υπόθεση του Μακάριου Λαζαρίδη, ότι αν παραμένει όχι απλώς ζημιογόνα αλλά καταστροφική για την ελληνική κοινωνία, είναι γιατί εκπέμπει ένα «μήνυμα» προς τους μαθητές που ετοιμάζονται για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις στις 29 Μαΐου.

Ενα μήνυμα που μεταφράζεται ως προτροπή, ότι δεν χρειάζεται να κοπιάσουν για να πετύχουν στη ζωή τους, αφού μπορούν και να τα καταφέρουν με ένα δίπλωμα μαϊμού.

Οταν όμως για να υπογραμμίσουμε ή για να καταδικάσουμε μια συμπεριφορά μιας με πολλαπλή σημασία ηθικής ατασθαλίας, τη «συνοψίζουμε», μόνο ως συνέπεια σε μια ακόμη και πολύ ευαίσθητη περιοχή, όπως αυτή των Πανελλαδικών Εξετάσεων – χωρίς να μας αφορούν οι τεράστιες και πολύ πιο καθολικές επιδράσεις της – σημαίνει πως τη μετερχόμαστε, ως ένα επιπλέον όργανο της αντιπολιτευτικής μας φαρέτρας, δηλαδή την εξοντώνουμε.

Μια κοινωνία οργανωμένη με έναν τρόπο, ώστε ακόμη και το πιο αποκρουστικό σκάνδαλο, αντί να τη συνεγείρει με έναν τρόπο που το ενδεχόμενο μιας λιγότερο δυσάρεστης εκδοχής του να της είναι αδιανόητο μοιάζει πάντα προετοιμασμένη να δεχτεί ένα ή και κάμποσα ακόμη καταδικαστέα σκάνδαλα, οφείλει με όσες ευθύνες χρεώνει τους πολιτικούς, άλλες τόσες να καταλογίζει στον εαυτό της. Οπως είναι γνωστό το βαλς χρειάζεται πάντα δυο προκειμένου να εκτελεστεί ως χορός.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000