Δεν χρειάζεται θεατρικό σανίδι και αυλαία. Φωτεινή μαρκίζα και διαφήμιση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο κήπος του σπιτιού του ή η κρεβατοκάμαρά του, το προαύλιο μιας εκκλησίας ή το δωμάτιο ενός νοσοκομείου είναι αρκετά για να πει μια διαφορετική ιστορία κάθε φορά. Και το μυημένο κοινό που τον ακολουθεί πιστά, αναζητώντας κάθε φορά την απρόσμενη προσωρινή θεατρική του στέγη, φτάνει με χαρτομάντιλα, καθώς τις περισσότερες φορές το χειροκρότημα στο φινάλε ξεκινά με μια μικρή καθυστέρηση μέχρι να σκουπιστούν πρόχειρα τα δάκρυα.
Τούτη τη φορά οι φίλοι των χειροποίητων παραστάσεων του Ηλία Κουνέλα δεν πρόλαβαν να πάρουν παρά ελάχιστη απόσταση από την παράσταση «Αφησες αναμμένο το φως στον διάδρομο» – ένα αυτοσχεδιαστικό ταξίδι στον κόσμο της ποίησης συνοδεία κοντραμπάσου που παρακολούθησαν με δεμένα μάτια στο σαλόνι του σπιτιού του, μερικά στενά πίσω από τον Σταθμό Λαρίσης. Και κλήθηκαν να τον ακολουθήσουν σε έναν εναλλακτικό χώρο στον Νέο Κόσμο και στο νέο σκηνοθετικό του εγχείρημα «Τέλος πάντων», το οποίο πραγματεύεται τι συμβαίνει μετά την ολοκλήρωση μιας παράστασης.
Πού πηγαίνει, λοιπόν, μια παράσταση όταν τελειώνει; «Είναι ένα ερώτημα που με απασχολεί χρόνια και φέτος κατάφερα να καταπιαστώ μαζί του», μας λέει ο 43χρονος ηθοποιός και σκηνοθέτης που επιχειρεί να δημιουργήσει τον θεατρικό του κόσμο με όρους που να απέχουν από εκείνον του θεάματος, όπως εξηγεί.
«Στην ερώτησή σας θα απαντήσω με ερωτήσεις: Από πού έρχεται ο θεατής για να δει την παράσταση; Πού πηγαίνει μετά; Τι είναι τελικά μια παράσταση; Πότε τελειώνει ένα παιχνίδι; Διότι το παιχνίδι υπήρχε ακόμη πριν δημιουργηθεί ο πολιτισμός. Η φύση παίζει. Νιώθω, λοιπόν, ότι η έννοια του τέλους είναι επινοημένη ακριβώς για να βάζει όριο στο παιχνίδι. Το κακό είναι ότι σήμερα έχουμε ενώσει την έννοια του τέλους με την έννοια του θανάτου, ενώ στη δική μου συνείδηση δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Αρα η ερώτηση “Πού πάει μια παράσταση όταν τελειώνει;” ταυτίζεται για μένα με την ερώτηση “Τελικά ο θάνατος είναι ένα τέλος;”», απαντάει ο Ηλίας Κουνέλας που έχει χρησιμοποιήσει ως μαγιά για τη νέα του παράσταση εκείνη που ανέβασε πέρυσι τον χειμώνα στο Εθνικό Θέατρο υπό τον τίτλο «Ο Νιλς Χόλγκερσον, η Λιλίκα και τα τέσσερα Πι».
Αν παρακολουθήσει όμως ο θεατής με προσοχή τους γεμάτους αγωνία και ενσυναίσθηση διαλόγους ανάμεσα στους ήρωές του, δεν μπορεί να μην εισπράξει και το τραύμα που συνεπάγεται το τέλος μιας παράστασης για τους δημιουργούς της. «Είναι μια άλλη, πολύ σημαντική, διάσταση, που έχει να κάνει με την κοινωνία όπου ζούμε και με την έννοια της παραγωγής. Και εδώ τίθεται το θέμα αν μπορούμε σήμερα να φτιάξουμε ένα έργο τέχνης ή αν πρέπει να παράγουμε διαρκώς το επόμενο. Το ίδιο συμβαίνει με τα ρούχα μας, τις σχέσεις μας, τα κατορθώματά μας, το πώς κοιτάζουμε τον εαυτό μας. Και τότε το ίδιο το προϊόν λέει “Μακάρι να ήμουν και εγώ ένα έργο τέχνης και να μη με έβλεπες έτσι”, διότι όλα ονειρεύονται μια διαχρονικότητα. Και τελικά γι’ αυτό έχει ταυτιστεί η έννοια του θανάτου με την έννοια του τέλους, επειδή έχουν εργαλειοποιηθεί τα πάντα».
Σπασμένα παιχνίδια
Γιατί, πιστεύει ότι ο άνθρωπος επινόησε το τέλος για να κηρύξει τη λήξη του παιχνιδιού; Θα άντεχε κάποιος να παίζει αενάως; «Ο Αξελός μάς λέει ότι ο άνθρωπος είναι ένα σπασμένο παιχνίδι. Σπάμε από μόνοι μας. Δεν στεκόμαστε, όμως, στη ρωγμή. Σπεύδουμε να τη διορθώσουμε. Είναι ευλογία για τον άνθρωπο να σπάσει. Ο,τι μας σπάει, ταυτόχρονα μας πραγματώνει. Και όταν παριστάνουμε ότι δεν είμαστε σπασμένα παιχνίδια, τότε το παιχνίδι σκοτεινιάζει», υποστηρίζει.
Εκτός από τους απρόσμενους συχνά χώρους που επιλέγει για τις παραστάσεις του, εδώ και 12 χρόνια, ο Ηλίας Κουνέλας δίνει προσωποποιημένες παραστάσεις δίπλα στα κρεβάτια ασθενών που έχουν νοσήσει βαριά και νοσηλεύονται στο νοσοκομείο. «Πρόκειται για μια διαδικασία που με κάνει να διαχωρίζω την πραγματικότητα από τον ρεαλισμό. Η εποχή που ζούμε πουλάει ρεαλισμό και βία. Η πραγματικότητα έχει κάτι βαθιά ανθρώπινο. Με γειώνει. Με κάνει να ηρεμώ, να συνειδητοποιώ ότι η ζωή έχει μια απόλυτη αξία», λέει και εξηγεί τι τον ώθησε να υλοποιήσει αυτή την ιδέα: «Κατ’ αρχάς, έχω νοσήσει κι εγώ. Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Και κατά δεύτερον, επειδή έψαχνα μια θεατρική γλώσσα. Επαιζα όταν πρωτοβγήκα από τη σχολή σε ορισμένες εμπορικές δουλειές και με θυμάμαι να φωνάζω στη σκηνή. Κι αναρωτιόμουν στη συνέχεια: Θα έπαιζα με τον ίδιο τρόπο στην περίπτωση που στο κοινό βρισκόταν κάποιος ασθενής σε δύσκολη κατάσταση ή πώς θα άκουγε τη λέξη “θάλασσα” κάποιος που ήξερε ότι μπορεί να μην ξαναβουτήξει;».






