Η μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων στην Ελλάδα αποτελεί κρίσιμο πεδίο κοινωνικής πολιτικής, ιδίως υπό το βάρος της δημογραφικής γήρανσης και της διαχρονικής εξάρτησης από άτυπα οικογενειακά δίκτυα φροντίδας. Εκθέσεις της ΕΕ και διεθνών οργανισμών καταδεικνύουν ότι το υφιστάμενο πλαίσιο χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό, ανεπαρκή δημόσια κάλυψη και περιορισμένη ρυθμιστική εποπτεία, γεγονός που υπονομεύει τόσο την ισότητα πρόσβασης όσο και την ποιότητα της φροντίδας. Στην πράξη, πέραν του προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι», η Ελλάδα δεν διαθέτει οργανωμένο σύστημα μακροχρόνιας φροντίδας. Η οικογένεια, ελλείψει επαρκών δημόσιων δομών, καλείται να επωμιστεί το οικονομικό, ψυχολογικό και φροντιστικό βάρος, οδηγώντας συχνά σε φτωχοποίηση των νοικοκυριών και σε αποχώρηση ή περιορισμό της εργασιακής δραστηριότητας των φροντιστών.
Η βιώσιμη αντιμετώπιση των σημερινών και μελλοντικών αναγκών προϋποθέτει ένα συνεκτικό πλέγμα μεταρρυθμίσεων, θεμελιωμένο στη θεωρία των δυνατοτήτων του Αμάρτια Σεν. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, η κοινωνική δικαιοσύνη αξιολογείται με βάση τις ουσιαστικές δυνατότητες των ατόμων να ζουν με αυτονομία, αξιοπρέπεια και πραγματικές επιλογές ζωής. Εφαρμοσμένη στη μακροχρόνια φροντίδα, η προσέγγιση αυτή μετατοπίζει το επίκεντρο από την απλή παροχή υπηρεσιών προς την ενδυνάμωση των ηλικιωμένων ως ενεργών υποκειμένων με κοινωνικά δικαιώματα. Υπό αυτό το πρίσμα, είναι αναγκαία η καθιέρωση ενός ενιαίου και σαφούς νομικού και διοικητικού πλαισίου για τη μακροχρόνια φροντίδα. Η σημερινή διασπορά αρμοδιοτήτων μεταξύ υγείας, κοινωνικής πρόνοιας και τοπικής αυτοδιοίκησης δυσχεραίνει τον συντονισμό και την πρόσβαση. Η δημιουργία ενός θεσμικού κέντρου ευθύνης – ιδανικά σε επίπεδο υφυπουργείου μακροχρόνιας φροντίδας – θα μπορούσε να διασφαλίσει ενιαία κριτήρια αξιολόγησης και συνεκτικές διαδρομές φροντίδας. Ο υφιστάμενος συντονισμός μέσω της Γραμματείας Φτώχειας είναι ανεπαρκής, ενώ το πρόσφατο Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο, αν και θετικό ως πρόθεση, παραμένει γενικόλογο και περιορισμένης εφαρμογής.
Κομβικής σημασίας είναι η ενίσχυση των υπηρεσιών φροντίδας στην κοινότητα, σύμφωνα με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά μοντέλα κοινωνικής πολιτικής. Το πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι» αποτελεί θεμέλιο αυτής της προσέγγισης και πρέπει να ενισχυθεί με σταθερή χρηματοδότηση, επαρκή και εκπαιδευμένο προσωπικό και διεύρυνση υπηρεσιών. Πρόσφατη μελέτη του London School of Economics (LSE) ανέδειξε τόσο τις σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό και εκπαίδευση όσο και τη στρατηγική σημασία του προγράμματος.
Παράλληλα, είναι απαραίτητη η θεσμοθέτηση αυστηρού ποιοτικού ελέγχου και συστηματικής αξιολόγησης όλων των μονάδων φροντίδας ηλικιωμένων, με εθνικά πρότυπα, τακτικές επιθεωρήσεις και μηχανισμούς λογοδοσίας. Επιτακτική είναι επίσης η ανάπτυξη δημόσιων μονάδων, με ενεργό ρόλο των δήμων. Η πρόσβαση θα πρέπει να βασίζεται σε κοινωνικοοικονομικά κριτήρια, με πλήρη κάλυψη από το κράτος για χαμηλά εισοδήματα και αναλογική συμμετοχή για υψηλότερα.
Τέλος, απαιτείται η καταγραφή – στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό – και κυρίως η εκπαίδευση των αμειβόμενων φροντιστών που προσλαμβάνει η οικογένεια για τη φροντίδα του ηλικιωμένου μέλους. Σήμερα οι αμειβόμενοι φροντιστές δεν έχουν καμία απολύτως εξειδικευμένη εκπαίδευση στη φροντίδα και τις ανάγκες των ηλικιωμένων. Αυτό οδηγεί σε σοβαρά λάθη φροντίδας, πολλές φορές σε περισσότερη ταλαιπωρία του ηλικιωμένου και της οικογένειας και σε περαιτέρω επιβάρυνση του ΕΣΥ.
Η Μαρία Καραγιαννίδου είναι λέκτορας – Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής (LSE), ερευνήτρια – Τμήμα Πολιτικής Υγείας (LSE)






