Ανάμεσα στις απειράριθμες προτάσεις που παρουσιάστηκαν αυτές τις μέρες στο Μιλάνο στην Εβδομάδα Ντιζάιν, μία συγκεκριμένη εγκατάσταση κεντρίζει την προσοχή του κοινού. Είναι η σειρά των δώδεκα ταπισερί που συνθέτουν το αφήγημα Gucci Memoria και τοποθετήθηκαν στην καρδιά του Fuorisalone στο μοναστήρι του 16ου αιώνα Σαν Σιμπλιτσιάνο στην κεντρική περιοχή της Μπρέρα. Το έργο των επικών διαστάσεων παραπέμπει στην υφαντουργική παράδοση που αναπτύχθηκε στη Φλωρεντία ενσωματώνοντας το πνεύμα της Αναγέννησης.

Ο σημερινός καλλιτεχνικός διευθυντής του οίκου Ντέμνα Γκβασάλια κατέφυγε στους μύθους και τις αλληγορίες που ενυπάρχουν σε γνωστά αναγεννησιακά έργα ζωγραφικής για να εντάξει στις θεματικές τους την ιστορία των 105 χρόνων του οίκου που ιδρύθηκε στη Φλωρεντία από τον Γκούτσιο Γκούτσι δίνοντας έμφαση στη μνήμη.

Ο αιρετικός εικονολάτρης Γκβασάλια αντλεί από το ρητορικό σχήμα των αλληγοριών για να ενώσει το κυριολεκτικό με το συμβολικό, την παράδοση του Μποτιτσέλι με τον δικό του διδακτισμό σκηνοθετώντας εικόνες με τα πιο σημαντικά επεισόδια της ιστορίας του Gucci και να τις παρουσιάσει ως τμήμα του ιταλικού πολιτισμού.

Μεταξύ ερμηνευτικής εικονολογίας και εμπορικής σκοπιμότητας οι ταπισερί προβάλλουν τα σημεία υπεροχής στη μαστοριά επεξεργασίας του δέρματος, τους προγενέστερους σχεδιαστές, τις οικογενειακές έριδες, τα εμβληματικά σύμβολα της μόδας. Αλλά και τον σημερινό καλλιτεχνικό διευθυντή ο οποίος επιμελείται τη διαδικασία μιας συλλογής που αναπαράγει τα συγκεκριμένα πρότυπα.

Σύμφωνα με το πνεύμα της Αναγέννησης, η αλληγορία της μνήμης προσκαλεί τους σύγχρονους θεατές των ταπισερί να συλλογιστούν τις επιλογές τους ανάμεσα στο Καλό (επώνυμο προϊόν με παράδοση στην ποιότητα) και το Κακό (αλόγιστη κατανάλωση του fast FASHION). Με τη μόδα (Gucci) να καθοδηγεί «πνευματικά» οδηγώντας τον αγοραστή/καταναλωτή προς την υπέρβαση των εφήμερων προσωρινών αγαθών. Οπως έκανε και ο ιεροκήρυκας Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα προτρέποντας τους Φλωρεντινούς του 15ου αιώνα να συμμετάσχουν στην «πυρά της ματαιοδοξίας» (fallò delle vanità) καταστρέφοντας πολύτιμα αντικείμενα και έργα που θεωρούνταν σύμβολα ματαιοδοξίας.

Μπορεί όμως η έμμεση προτροπή του σχεδιαστή για διατήρηση όσων έχουν προϋπάρξει στο παρελθόν της μόδας να έχει ανταπόκριση στο παρόν, το οποίο υποστηρίζει άκριτα καθετί που αναδύεται ως καινούργιο; Η απάντηση έρχεται από τα βάθη των χρόνων και από τον ποιητή του 19ου αιώνα Τζάκομο Λεοπάρντι. Πλημμυρισμένος από μία αίσθηση μοναξιάς και απογοήτευσης ο Λεοπάρντι στα 1824 έγραψε τον «Διάλογο της Μόδας και της Θανής» (σε μετάφραση Παναγιώτη Τσιαμούρα, συμπεριλαμβάνεται στον τόμο «Μικρά ηθικά έργα» από τις εκδόσεις Ευρασία) παραδίδοντας στην κοινότητα του συστήματος της μόδας έναν οδηγό επιβίωσης μόνιμης ισχύος. Από όπου και το ακόλουθο απόσπασμα:

Μόδα: Είμαι η Μόδα, η αδελφή σου.

Θανή: Η αδελφή μου;

Μόδα: Ναι. Δεν θυμάσαι ότι μας γέννησε και τις δύο η Παροδικότητα;

Θανή: Αν υπάρχει κάτι που πρέπει να θυμάμαι εγώ, είναι πως είμαι θανάσιμη εχθρός της μνήμης.

 […]

Μοδα: …Λέω λοιπόν ότι η κοινή μας φύση και η κοινή μας συνήθεια είναι να ανανεώνουμε συνεχώς τον κόσμο, αλλά εσύ από την αρχή κιόλας ρίχτηκες στα πρόσωπα και στο αίμα. Εγώ ικανοποιούμαι προπαντός με τα γένια, τα μαλλιά, τα ρούχα, τα έπιπλα, τα σπίτια και άλλα τέτοια πράγματα. Είναι ασφαλώς αλήθεια όμως πως κι εγώ δεν παρέλειψα και δεν παραλείπω να κάνω αρκετά παιχνίδια που μπορούν να συγκριθούν με τα δικά σου, όπως λόγου χάριν να τρυπώ μερικές φορές αυτιά, άλλες φορές χείλη και μύτες και να τους ξεσκίζω με τις ανοησίες που τους κρεμώ στις τρύπες. Να καίω το δέρμα των ανθρώπων με πυρακτωμένες στάμπες που τους κάνω να αποτυπώνουν πάνω τους για αισθητικούς λόγους […] Η αλήθεια είναι πως γενικότερα μιλώντας, εγώ πείθω και αναγκάζω όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, άρχοντες και αρχόντισσες, να υπομένουν κάθε μέρα χιλιάδες κόπους και ταλαιπωρίες, και συχνά πόνους και βάσανα, και κάποιοι μάλιστα να πεθαίνουν ένδοξα εξαιτίας της αγάπης τους προς εμένα.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000