Ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ – Ισραήλ και Ιράν και το ανοιγοκλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επαναφέρουν με βίαιο τρόπο μια παλιά – διαρκώς όμως υποτιμημένη – αλήθεια: η ενεργειακή εξάρτηση δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα, αλλά θεμελιώδης παράγοντας γεωπολιτικής ευαλωτότητας. Για την Ευρώπη, που εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, το σοκ αυτό δεν είναι άλλη μια κρίση. Είναι στρατηγικό καμπανάκι κινδύνου. Η Ιστορία προσφέρει χρήσιμα προηγούμενα.

Μετά τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ μεταξύ Ισραήλ και αραβικών χωρών (που οδήγησε στην πετρελαϊκή κρίση του 1973), οι δυτικές οικονομίες αναγκάστηκαν να αναθεωρήσουν το ενεργειακό μοντέλο τους, επενδύοντας στη διαφοροποίηση πηγών και στην ενεργειακή αποδοτικότητα. Πρόσφατα, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία λειτούργησε ως καταλύτης για δραστική μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Σήμερα, η πρόκληση είναι ποιοτικά διαφορετική. Δεν αρκεί αντικατάσταση ενός προμηθευτή από άλλον. Η λογική της «ενεργειακής μετατόπισης» εντός των ίδιων εξαρτήσεων έχει εξαντλήσει τα όριά της.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση οφείλει να επιταχύνει αποφασιστικά την ενεργειακή μετάβαση, όχι μόνο ως περιβαλλοντική επιλογή, αλλά και ως στρατηγική αναγκαιότητα. Οι φωνές που – στο όνομα της «ασφάλειας» – εισηγούνται επιστροφή στον άνθρακα και τον λιγνίτη ή επιβράδυνση της απεξάρτησης από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, δεν συνιστούν ρεαλισμό.

Συνιστούν ανακύκλωση της ευαλωτότητας. Κάθε καθυστέρηση στην πράσινη μετάβαση παρατείνει την έκθεση της Ευρώπης σε γεωπολιτικούς εκβιασμούς και κρίσεις τιμών. Η μετάβαση σε καθαρή, άφθονη και κατά το δυνατόν εγχώρια ενέργεια είναι η μόνη αξιόπιστη οδός για ενίσχυση της ευρωπαϊκής αυτονομίας. Η κρίση στον Περσικό Κόλπο, με εκτίναξη των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθιστά αυτή την ανάγκη ακόμη πιο επείγουσα. Η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με ένα μοντέλο, στο οποίο η ενεργειακή ασφάλειά της εξαρτάται από ασταθείς περιοχές και ευάλωτες θαλάσσιες οδούς.

Η επιτάχυνση της πορείας προς Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, όπως ηλιακή και αιολική ενέργεια, αποτελεί κεντρικό πυλώνα αυτής της στρατηγικής. Τόσο γιατί αυτές μειώνουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, αλλά και διότι περιορίζουν την εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές και συμβάλλουν στη σταθερότητα των τιμών.

Παράλληλα, η ενίσχυση των ευρωπαϊκών ενεργειακών δικτύων, η αποθήκευση ενέργειας και η διασύνδεση των αγορών πρέπει να προχωρήσουν με ταχύτερους και πιο συντονισμένους ρυθμούς. Την ίδια στιγμή, θα ήταν χρήσιμο η Ευρώπη να επενδύσει πιο επιθετικά σε τεχνολογίες-γέφυρες, όπως το «πράσινο» υδρογόνο και η γεωθερμία, που μπορούν να καλύψουν τα κενά της μετάβασης και να ενισχύσουν την ενεργειακή επάρκεια.

Είναι αναγκαίο, η ενεργειακή μετάβαση να ενσωματωθεί στον πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής, συμπεριλαμβανομένης της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Η ενίσχυση των ευρωπαϊκών βιομηχανιών καθαρής τεχνολογίας είναι βεβαίως παράγοντας ανάπτυξης, συμβάλλει όμως και στη στρατηγική ανθεκτικότητα της Ενωσης.

Είναι λανθασμένο το δίλημμα μεταξύ ενεργειακής ασφάλειας και πράσινης μετάβασης: η πράσινη μετάβαση είναι όρος ενεργειακής ασφάλειας. Το διακύβευμα είναι σαφές. Δεν σχετίζεται αποκλειστικά με την υλοποίηση της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας ή τη συμμόρφωση με τη διεθνή Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα. Αφορά και τη δυνατότητα της Ευρώπης να διαμορφώνει αυτόνομα την πολιτική της σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον. Αν δεν επιταχύνει τώρα, θα συνεχίσει να πληρώνει το κόστος της εξάρτησης, οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά.

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000