Σε τελική ευθεία μπαίνει η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) στην Ελλάδα, μετά την εκταμίευση της 7ης δόσης ύψους 1,17 δισ. ευρώ που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη (23/4). Οπως ανακοίνωσε από το 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών ο αρμόδιος αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκος Παπαθανάσης, στις αρχές Μαΐου αναμένεται να υποβληθεί το αίτημα για την εκταμίευση της 8ης δόσης, ενώ θα ακολουθήσει εντός Μαΐου η αναθεώρηση του σχεδίου «Ελλάδα 2.0» και θα έπεται στη συνέχεια η εκταμίευση της 8ης και της 9ης δόσης.
Μέχρι στιγμής, η Ελλάδα έχει εκταμιεύσει 24,65 δισ. ευρώ από τους πόρους του ΤΑΑ, εκ των οποίων τα 11,94 δισ. είναι επιδοτήσεις και τα υπόλοιπα 12,71 δισ. δάνεια. Αυτό σημαίνει ότι υπολείπονται 11,3 δισ. ευρώ για την ολοκλήρωση του προγράμματος μέχρι τα τέλη του έτους, αν και εφόσον επιτευχθεί ο στόχος πλήρους χρήσης των πόρων. «Θεωρούμε ότι η Ελλάδα θα είναι ένα παράδειγμα για όλες τις χώρες της Ευρώπης και δεν θα απολέσουμε ούτε ένα ευρώ.
Δεν έχουμε δικαίωμα μετά από τρία Μνημόνια να χάσουμε ούτε ευρώ» υπογράμμισε χαρακτηριστικά ο Νίκος Παπαθανάσης, αναφερόμενος στο σκέλος των επιδοτήσεων. Συνολικά, η Ελλάδα δικαιούται 35,95 δισ. ευρώ από τους πόρους του ΤΑΑ, εκ των οποίων τα 18,22 δισ. είναι επιδοτήσεις και τα 17,73 δισ. δάνεια.
Ωστόσο, η εκταμίευση των υπόλοιπων 11,3 δισ. ευρώ είναι μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, αφού σημαίνει ότι θα πρέπει μέσα στους επόμενους 8 μήνες να εκταμιευθεί το 1/3 των πόρων, την ώρα που τους τελευταίους 12 μήνες οι εκταμιεύσεις δεν ξεπερνούν τα 6,5 δισ. ευρώ. Η πλειονότητα των στελεχών της αγοράς έκανε λόγω για απώλεια περίπου του 20% – 25% των πόρων μέχρι πριν από λίγους μήνες, όμως η επιτάχυνση των διαδικασιών και των συμβασιοποιήσεων έργων τους τελευταίους μήνες έχει βελτιώσει τις προβλέψεις. Στις αρχές Μαρτίου, ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank Φωκίων Καραβίας είχε εκτιμήσει ότι το ποσοστό απορρόφησης θα φτάσει κοντά στο 90%, δηλαδή γύρω στα 32,5 δισ. ευρώ. Τραπεζικές πηγές αναφέρουν στα «ΝΕΑ» ότι περίπου 3 δισ. ευρώ από το δανειακό σκέλος του Ταμείου (15-20% του συνόλου) θα μείνει ανεκμετάλλευτο.
Παρά τις επενδύσεις από το ΤΑΑ, όμως, το επενδυτικό κενό στην Ελλάδα παραμένει. Αν και έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος στο ποσοστό των επενδύσεων προς το ΑΕΠ, η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει μεγάλη: οι επενδύσεις κινήθηκαν γύρω στο 17,5% του ΑΕΠ το 2025, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μ.ό. υπολογίζεται στο 23%. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΤτΕ, οι επενδύσεις θα συνεχίσουν να αυξάνονται με ισχυρό ρυθμό 8,8% το 2026, έναντι 8,9% το 2025, όμως αναμένεται να μειωθούν ελαφρώς (-0,1%) το 2027, πριν αυξηθούν με ρυθμό 3,7% το 2028.
Ομως, στελέχη της κυβέρνησης υπογραμμίζουν ότι η περίοδος μετά την λήξη του ΤΑΑ δεν σημαίνει και λήξη του επενδυτικού «πυρετού» στη χώρα. Σύμφωνα με το ΥΠΕΘΟ, υπολογίζεται ότι οι εισροές ευρωπαϊκών πόρων θα ανέλθουν σε περίπου 75 δισ. ευρώ μέχρι το 2034. Συγκεκριμένα: 19 δισ. ευρώ από το προηγούμενο ΕΣΠΑ, περίπου 7 δισ. ευρώ για το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο (5,3 δισ. ευρώ) και το Ταμείο Εκσυγχρονισμού (1,6 δισ. ευρώ) και ακόμα 49 δισ. ευρώ, για τα οποία διαπραγματεύεται η κυβέρνηση για το νέο ΕΣΠΑ της περιόδου 2028 – 2034. Σε αυτά προστίθενται οι πόροι του εθνικού προγράμματος επενδύσεων, που ανέρχονται σε 22 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026 – 2030.
Ο φόβος και η ελπίδα για «ζεστό» χρήμα
Η αβεβαιότητα που επικρατεί παγκοσμίως γύρω από τη γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή και η συνεπακόλουθη ενεργειακή κρίση βάζουν εμπόδια στην αύξηση των επενδύσεων σε αυτήν την κρίσιμη καμπή για τη χώρα. Μάλιστα, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή φέρεται ότι ανέστειλε ορισμένα επενδυτικά σχέδια που θα πραγματοποιούνταν με πόρους από το δανειακό σκέλος του ΤΑΑ, καθώς οι όροι των δανείων προς τις επιχειρήσεις έπρεπε να οριστικοποιηθούν πριν το Πάσχα, αφού η τελική ημερομηνία συμβασιοποίησης για αυτά είναι η 31η Μαΐου.
Την «παύση» στα επενδυτικά σχέδια επιβεβαίωσε και ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος, που μίλησε την Πέμπτη στο Φόρουμ των Δελφών. «Τώρα είμαστε σίγουρα σε στάση αναμονής. Δεν μπορεί να δει κανείς ούτε δύο μήνες μπροστά» δήλωσε χαρακτηριστικά, ενώ αναφέρθηκε – για πρώτη φορά έπειτα από καιρό – στο ενδεχόμενο πολιτικής αστάθειας στο μέλλον, που θα είχε επίδραση στην οικονομία. Σημείωσε, δε, πως η γραφειοκρατία παραμένει το μεγαλύτερο εμπόδιο για την υλοποίηση επενδύσεων στην Ευρώπη.
Από την άλλη, η πολεμική σύρραξη στη Μέση Ανατολή έχει δημιουργήσει σε ορισμένους κύκλους την προσδοκία για προσέλκυση σημαντικών κεφαλαίων από τις πληττόμενες χώρες, κυρίως από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (Ντουμπάι, Αμπου Ντάμπι) και το Ισραήλ. Η ελπίδα για «ζεστό» χρήμα, όμως, δεν μοιάζει ρεαλιστική αυτή τη στιγμή. Αν και έχει υπάρξει μια μικρή αύξηση στη ζήτηση επαγγελματικών και οικιστικών ακινήτων από αυτές τις χώρες, αυτή δεν δείχνει μια σαφή τάση.
Οπως επισημαίνει στα «ΝΕΑ» ο ανώτερος σύμβουλος της Resolute Cepal Greece και αντιπρόεδρος του ΔΣ του Resolute Group Greece Γιώργος Κορμάς, «η Ελλάδα δεν μπορεί να αποτελέσει μια εναλλακτική επιλογή για τέτοια κεφάλαια, εκτός κι αν παρακμάσει τελείως το Ντουμπάι σαν διεθνές οικονομικό κέντρο». Αναφέρει, όμως, ότι αρκετοί επενδυτές από τη Μέση Ανατολή χρησιμοποιούσαν την Ελλάδα ως βάση τους στην Ευρώπη και πριν από τον πόλεμο.






