«Ο κύριος Φ.;». Ρίχνοντας ένα μόλις βλέμμα στον άνθρωπο που στεκόταν εμπρός στο ταμείο, το αφεντικό μου, ο Φ., κατάλαβε ποιος κακός άνεμος τον έφερνε στο μαγαζί του. Πήρε περίλυπο ύφος. «Τον χάσαμε τον Φ.!», του ανήγγειλε σχεδόν βουρκωμένος.

«Σήμερα το πρωί τον κηδέψαμε». «Συλλυπητήρια», τραύλισε ο άνθρωπος. «Ερχομαι, ξέρετε, από την Εφορία. Για έναν έλεγχο…». «Τι λες, αδελφέ; Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια! Ασε μας, σε παρακαλώ πολύ, στον πόνο μας! Πήγαινε να πιεις ένα κρασί στη μνήμη του…». Και του έχωσε αστραπιαία στην παλάμη ένα μάτσο πεντοχίλιαρα.

Το περιστατικό συνέβη, εμπρός στα έκπληκτα μάτια μου, όπως ακριβώς το διηγούμαι. «Φτηνά τη γλιτώσαμε», ξεφύσηξε ο Φ. ανακουφισμένος. «Κι άμα ξανάρθει σε καμιά βδομάδα;», ρώτησα. «Φάε τη γλώσσα σου! Δεν πρόκειται! Στην όμορφη πατρίδα μας, και οι φορατζήδες ακόμα έχουν φιλότιμο…».

Ηταν τέλη της δεκαετίας του 1980. Φοιτητής εγώ στη Νομική, ανακάλυπτα – εργαζόμενος περιστασιακά για το χαρτζιλίκι – τους αληθινούς νόμους. Τους νόμους της πιάτσας. Σοκαριζόμουν; Μην πω ψέματα. Μες στο παιχνίδι μού φαίνονταν τέτοια νταραβέρια. Χαριτωμένοι λεκέδες πάνω στην κουρελού της ελληνικής πραγματικότητας.

Χρειάστηκαν μερικά χρόνια για να συνειδητοποιήσω ότι με την ελαστική τους στάση, με την επιείκειά τους, οι εκάστοτε κυβερνώντες έβαζαν στο παιχνίδι ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού.

Πώς να αγανακτήσεις με τη μεγάλη διαπλοκή και διαφθορά άπαξ αισθάνεσαι και εσύ ο ίδιος ένοχος εξαπάτησης του κράτους; Και ας έχεις προσποριστεί ένα γλίσχρο οικονομικό όφελος. Κι ας σου έχουν κάνει μια αστεία εξυπηρέτηση, να μεταθέσουν τον γιο σου στον Στρατό, να βρουν κρεβάτι στη μάνα σου στο νοσοκομείο.

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος είχε δίκιο. Αν όχι όλοι, πάρα πολλοί μαζί τα φάγαμε, έτσι ή αλλιώς. Με μια κρίσιμη διαφορά. Αλλοι τσίμπησαν ένα ψίχουλο και άλλοι καταβρόχθισαν κοτζάμ ταψιά.

Η λογική του κατήφορου είναι ο πάτος. Του πελατειακού κράτους, που τα δίνει όλα όποτε ζυγώνουν εκλογές, είναι η χρεοκοπία. Και τα μνημόνια.

Οσο μας κηδεμόνευε η τρόικα – οι μετέπειτα «θεσμοί» –, είχε επιβληθεί μία τάξη. Ιδίως ύστερα από το δημοψήφισμα του 2015, όταν ο Αλέξης Τσίπρας, κάνοντας γαργάρα τον επαναστατικό του οίστρο, είχε – κατά τη ρήση του Ευάγγελου Βενιζέλου – μεταμορφωθεί στο απόλυτο ντελίβερι μπόι των δανειστών μας.

Μόλις απαλλαχθήκαμε από το χαλινάρι τους, πόσω μάλλον όταν εξαιτίας της πανδημίας χαλάρωσε πανευρωπαϊκά η δημοσιονομική αυστηρότητα κι άρχισαν να καταφθάνουν τα πακέτα στήριξης, επέστρεψαν δειλά δειλά οι κακές συνήθειες.

Μπορεί η ψηφιοποίηση και η αποπροσωποποίηση των μηχανισμών να μην αφήνουν πλέον ιδιαίτερο περιθώριο για ζαβολιές παλιού τύπου. Ιδού όμως ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Ποιος ξέρει δε τι άλλο θα ανακαλύψουν οι ημέτεροι και οι ξένοι εισαγγελείς, με προεξάρχουσα την κυρία Κοβέσι.

Την πέτυχα στο Γαλαξίδι να δειπνεί. Φρουρούνταν περισσότερο κι από πρωθυπουργό. «Λογικό είναι», μου είπε ο συνδαιτυμόνας μου. «Τα έχει βάλει με πολλές μαφίες…». Την άκουσα στους Δελφούς να εξαπολύει μύδρους εναντίον της ευνοιοκρατίας, του φατριασμού, των σεσηπότων ηθών, τα οποία αδικούν τους έντιμους πολίτες και εν τέλει υπομονομεύουν την ίδια τη δημοκρατία.

Δίκιο έχει η αδέκαστη Ρουμάνα. Ενα μονάχα ίσως να της διαφεύγει. Οτι για να ξεριζωθεί οριστικά η διαφθορά, πρέπει να εξαφανιστεί η ανοχή απέναντί της. Να αλλάξει η συλλογική νοοτροπία.

Η οποία δεν έχει τις ρίζες της στην Τουρκοκρατία, στο ραγιάδικό μας παρελθόν, όπως διατείνονται διάφοροι σοφολογιότατοι. Αλλά στην απολύτως βάσιμη αίσθηση πως οι φόροι, οι εισφορές, ό,τι επιβάλλεται στους πολίτες δεν είναι ανταποδοτικά.

Δεν βελτιώνουν στον βαθμό που θα έπρεπε την καθημερινότητά τους. «Οσο μας κοροϊδεύει το κράτος, θα προσπαθούμε να το κοροϊδεύουμε και εμείς!», λένε – σκέφτονται έστω – ουκ ολίγοι.

«Κι αν μας δοθεί η ευκαιρία να πιάσουμε την καλή, δεν θα το πολυσκεφτούμε».

Εχει ιστορικά αποδειχθεί ότι οι κοινωνίες δεν σέβονται τους νόμους που δεν τους προσφέρουν προοπτική ευημερίας. Αρα; Αρα το πρόβλημα, στον πυρήνα του, δεν είναι δικαστικό. Πολιτικό είναι.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000