Οσο και αν προσπαθήσετε να καταλάβετε γιατί ενόχλησε τόσο πολύ ορισμένους βουλευτές της ΝΔ ο Άκης Σκέρτσος, με την πρόσφατη ανάρτησή του περί ρουσφετιών, δεν υπάρχει περίπτωση να το βρείτε.
Δεν θα βρείτε, θέλω να πω, κάτι το μεμπτό στο κείμενό του με αφορμή το αίσχος του ΟΠΕΚΕΠΕ. Δεν κατηγορεί τους βουλευτές, που αναφέρονται στις δικογραφίες της κ. Κοβέσι, ότι εξαπάτησαν και έκλεψαν.
Ο κ. Σκέρτσος λέει, γενικώς και θεωρητικώς, το αυτονόητο: ότι υπάρχει μια διάκριση, ανάμεσα στην παρέμβαση που γίνεται μέσα στο πλαίσιο και τους κανόνες λειτουργίας του συστήματος και στην εκμετάλλευση του συστήματος, που γίνεται προς ίδιον όφελος και εις βάρος τρίτων. Λέει, δηλαδή, ο άνθρωπος ότι είναι άλλο να διορθώνεις μια αδικία και άλλο να διαπράττεις μια αδικία.
Να πάρουμε συγκεκριμένα το παράδειγμα των δικαιολογητικών που κατέθεταν οι παραγωγοί για τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις. Αλλο είναι να προωθείς εκπροθέσμως στον οργανισμό τα ακριβή στοιχεία των ψηφοφόρων σου, επειδή ο λογιστής τους αρρώστησε με καρκίνο και είναι τελείως διαφορετικό να σπρώχνεις δικαιολογητικά με ψευδή και ανακριβή στοιχεία, από τα οποία κάποιοι αλιτήριοι θα κονομήσουν εις βάρος των έντιμων.
Στην πρώτη περίπτωση, βοηθάς· στη δεύτερη, το λιγότερο που κάνεις είναι ότι, ακουσίως ή μη, βοηθάς σε μια απάτη.
Παρ’ όλα αυτά, η λογική δεν βοήθησε τον κ. Σκέρτσο να γλιτώσει την κατακραυγή – άλλωστε η λογική έχει γενικώς περιορισμένο ρόλο στην πολιτική. Ο υπουργός Επικρατείας τα άκουσε επειδή μίλησε. Αλλος λόγος δεν υπάρχει.
Τους εκνευρίζει, επειδή αυτός δεν εκλέγεται και μπορεί αφ’ υψηλού να κρίνει εκείνους που υφίστανται την ταπείνωση της συλλογής σταυρών. Ποτέ δεν τον δέχτηκαν, κυρίως λόγω της πολιτικής προέλευσής του από τη λεγόμενη Σημιτική Κεντροαριστερά. Δεν τον θεωρούν ούτε καν «μουσαφίρη», όπως οι ακραίοι της λαϊκής Δεξιάς τον Μητσοτάκη.
Τον βλέπουν περίπου σαν καταληψία, σαν αποσκευή του Μητσοτάκη, που θα φύγει μαζί του και ως τότε δεν πρέπει να μιλάει. (Εκτός, βέβαια, αν πρόκειται για ρουσφέτια από το τηλέφωνο – καλά ρουσφέτια, εννοείται, όχι κακά…) Δυσκολεύονται να συνεννοηθούν μαζί του, γιατί δεν μιλάνε την ίδια γλώσσα.
Του καταλογίζουν υπερβολικό ρασιοναλισμό και μια ακαμψία σε ζήτημα ηθικής, που την περιγράφουν ως προτεσταντική. Είναι «πολύ Ευρωπαίος στο άουτλουκ» (έτσι ακριβώς το άκουσα από συνομιλητή μου, ορκίζομαι) για να μπορεί να καταλάβει την ελληνική πραγματικότητα.
Με απλά λόγια, ο Σκέρτσος είναι πολύ Μαυροκορδάτος για τα γούστα των κατά τόπους Κολοκοτρωναίων.
Αυτή όμως είναι η δουλειά του κ. Σκέρτσου, ξέρετε. Ο λόγος που τον έχει δίπλα του ο Μητσοτάκης είναι για να ακούει τη συγκεκριμένη πλευρά των πραγμάτων, την ευρωπαϊκή και ρασιοναλιστική, ώστε να την εξισορροπεί με την επιεικώς άχαρη πραγματικότητα και τις πιέσεις της.
Είναι σαν τον δούλο (με τη ρωμαϊκή έννοια του όρου, δεν το εννοώ προσβλητικά) που στέκεται και αυτός στο άρμα, πίσω από τον νικηφόρο στρατηγό, για να του θυμίζει ότι είναι θνητός και ότι η επίγεια δόξα παρέρχεται.
Ο κ. Σκέρτσος δεν είναι βέβαια το μέτρο της αλήθειας. Οσοι όμως υποστηρίζουν ότι το ρουσφέτι είναι αναγκαιότητα, που την επιβάλλει η μορφή της πραγματικότητας, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί ιστορικά, εν μέρει έχουν δίκιο.
Το πρόβλημά τους είναι ότι δεν έχουν ούτε το θάρρος, αλλά ούτε και τη γλώσσα για να υποστηρίξουν το δίκιο της θέσης τους. Θαυμάστε, λ.χ., τον αξιοθρήνητο τρόπο με τον οποίο ο πρώην υπουργός Γιάννης Οικονόμου επέκρινε τον κ. Σκέρτσο: «Αισθάνομαι πως αυτός που τα λέει αυτά δεν έχει επαρκή επαφή με τη ζώσα και δρώσα πραγματικότητα.
Δεν κατανοεί πώς σφυρηλατείται και πώς οικοδομείται ο δεσμός ενός πολίτη με τον πολιτικό οργανισμό».
Είναι τέτοιος ο στόμφος του λόγου του, ώστε φαντάζεσαι ότι ακούς και τύμπανα να χτυπούν ρυθμικά στο βάθος. Δεν καταλαβαίνεις τι υπερασπίζεται, γιατί αυτό που θέλει να πει το πνίγει στη σάλτσα και μάλιστα του χειρότερου είδους – κέτσαπ.
Δεν πλησιάζει καν αυτό που θέλει να πει. Το περιτριγυρίζει μόνο από απόσταση και όποιος κατάλαβε. Προσωπικά, το βρίσκω τραγικό. Το θεωρώ ως μια μορφή αναπηρίας να προσπαθείς να πεις κάτι και αντ’ αυτού απλώς να παράγεις θόρυβο.






