Στις σημερινές δημοκρατίες η επιβολή δεν χρειάζεται τη χοντροκομμένη λογοκρισία του παρελθόντος. Αρκεί ο έλεγχος της υποδομής. Οταν η δημόσια διοίκηση, η επικοινωνία, η αποθήκευση δεδομένων, η εκπαίδευση, η εργασία και ο δημόσιος διάλογος περνούν από υπηρεσίες νέφους που ελέγχουν λίγες εταιρείες, η ελευθερία των κρατών γίνεται όλο και πιο σχετική.
Η Microsoft, η Meta, η Alphabet, η Amazon, η Oracle, η Cisco Systems και η Palantir δεν προσφέρουν απλώς τεχνολογία. Ορίζουν τους όρους πρόσβασης, ελέγχουν τη ροή της πληροφορίας, συσσωρεύουν δεδομένα και επηρεάζουν την πολιτική συμπεριφορά.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η νέα μορφή ολοκληρωτισμού. Οχι στην τυπική κατάργηση των εκλογών, αλλά στη δυνατότητα ολιγαρχών να παρακολουθούν, να αναλύουν και να επηρεάζουν κοινωνικές και πολιτικές συμπεριφορές σε μαζική κλίμακα. Τα δεδομένα που παράγουν καθημερινά πολίτες, επιχειρήσεις και δημόσιες υπηρεσίες μετατρέπονται σε πρώτη ύλη οικονομικής και πολιτικής ισχύος. Και όταν αυτή η ισχύς συνδυάζεται με λόμπινγκ, πολιτικές δωρεές και στενές σχέσεις με κρατικούς μηχανισμούς ασφαλείας, η δημοκρατία μένει τυπικά όρθια αλλά ουσιαστικά αποδυναμώνεται.
Η Ευρώπη άργησε να καταλάβει το μέγεθος του προβλήματος. Τώρα, όμως, αρχίζει, έστω καθυστερημένα, να αντιδρά. Η στροφή σε κυρίαρχες ψηφιακές υποδομές, σε ευρωπαϊκό πλαίσιο ψηφιακής ταυτότητας και σε ψηφιακά κοινά δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι όρος πολιτικής επιβίωσης. Η Ελλάδα, αντί να επενδύσει με συνέπεια σε ανοιχτό λογισμικό, ανοιχτά πρότυπα και εγχώρια τεχνογνωσία, σπατάλησε δημόσιους πόρους για να βαθύνει την εξάρτηση.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο μέτωπο που οι δημοκρατίες αποφεύγουν να αγγίξουν σοβαρά. Η παραπληροφόρηση από ολοκληρωτικά καθεστώτα και το οργανωμένο κυβερνοέγκλημα δεν θα περιοριστούν με ενημερωτικές καμπάνιες ούτε με ημίμετρα, όπως η απαγόρευση χρήσης των κοινωνικών δικτύων από παιδιά. Οσο ο κυβερνοχώρος παραμένει πεδίο σχεδόν ανώνυμης και ανεξέλεγκτης δράσης για ψεύτικους λογαριασμούς, εταιρικά κελύφη, δίκτυα αυτοματοποιημένης προπαγάνδας και κακόβουλες εφαρμογές, η δημοκρατία θα αμύνεται με δεμένα χέρια.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν μπορεί να απαιτεί διαβατήρια στα φυσικά σύνορά της και να αφήνει τα ψηφιακά της σύνορα ορθάνοιχτα. Χρειάζεται ασφαλής και αναλογική ψηφιακή ταυτοποίηση για φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα και εφαρμογές που παρεμβαίνουν στον δημόσιο ψηφιακό χώρο, με πλήρεις εγγυήσεις δικαιωμάτων και ιδιωτικότητας.
Η λύση είναι διπλή: η μετάβαση σε ανοιχτές ευρωπαϊκές υποδομές και η ταυτόχρονη θέσπιση ψηφιακής ταυτοποίησης με δημοκρατικές εγγυήσεις. Αλλιώς η ελευθερία θα μείνει ένα σύνθημα μέσα σε ένα σύστημα που θα ελέγχεται από άλλους.
Η απάντηση δεν είναι ο απομονωτισμός. Είναι η σταδιακή, σοβαρά σχεδιασμένη μετάβαση σε πλατφόρμες ανοιχτού λογισμικού, σε ευρωπαϊκές και εγχώριες υποδομές, σε χαμηλού κόστους πλατφόρμες Τεχνητής Νοημοσύνης και σε δημόσιο έλεγχο των κρίσιμων δεδομένων. Ετσι θα ενισχυθεί η ελληνική αγορά πληροφορικής, η τοπική τεχνογνωσία και η ψηφιακή ανεξαρτησία της χώρας και της Ευρώπης.
Και σε πολιτικό επίπεδο, η απάντηση στην αλγοριθμική χειραγώγηση δεν θα δοθεί με περισσότερη διαφήμιση. Θα δοθεί με κοινωνική οργάνωση, με μαζικά κινήματα και με την πιο παλιά δημοκρατική τεχνολογία απ’ όλες: την προσωπική επαφή, πόρτα-πόρτα. Γιατί η δημοκρατία σώζεται όταν οι πολίτες ξαναμιλούν μεταξύ τους, όχι όταν μιλούν γι’ αυτούς οι πλατφόρμες.
Ο Θεόδωρος Γ. Καρούνος, είναι ερευνητής στην Ομάδα INFOSTRAG του Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ) του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (https://infostrag.gr/) και μέλος του ΔΣ του Οργανισμού Ανοικτών Τεχνολογιών (ΕΕΛΛΑΚ – https://mathe.ellak.gr/).






