Ο εμπρησμός του αυτοκινήτου του καθηγητή του ΕΜΠ και πραγματογνώμονα της τραγωδίας στα Τέμπη, Δημήτρη Καρώνη, την περασμένη Δευτέρα δεν αλλάζει σχεδόν τίποτα στη ζωή του κ. Καρώνη: τα περισσότερα ΙΧ είναι ασφαλισμένα για περιπτώσεις τρομοκρατικών ενεργειών. Επιδεινώνει ωστόσο το σταθερά δηλητηριασμένο κοινωνικό κλίμα και την περιρρέουσα ασχήμια. Και δείχνει, για μια ακόμα φορά, το πώς ο αυτοαποκαλούμενος αντιεξουσιαστικός χώρος είναι προσκολλημένος στις ίδιες, αναχρονιστικές χειρονομίες, στις ίδιες αναχρονιστικές μεθόδους έλκυσης της προσοχής. Λίγο μετά το περιστατικό, ο άγνωστος που τηλεφώνησε στην εφημερίδα «Εφ.Συν.» (διάδοχο της «Ελευθεροτυπίας» την οποία προτιμούσε κάποτε η οργάνωση «17 Νοέμβρη»), ισχυρίστηκε ότι την ευθύνη για την ενέργεια αναλαμβάνει η ομάδα «Κυριάκος Ξυμητήρης–Αλληλεγγύη στους Αμπελόκηπους»: όλα μοιάζουν σαν να τα έχουμε ξαναζήσει. (Υπενθυμίζω ότι ο Κυριάκος Ξυμητήρης είχε σκοτωθεί το 2024 από έκρηξη εκρηκτικού μηχανισμού την οποία κατασκεύαζε μια αντιεξουσιαστική παρέα σε διαμέρισμα των Αμπελοκήπων. Στη συνέχεια ανεδείχθη σε μάρτυρα του κινήματος.) Θα λέγαμε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα, αν δεν ήταν φάρσα από την αρχή.

Η ουσία είναι ότι δεν έχουμε καταφέρει να ελέγξουμε τη βία και τη μικροτρομοκρατία, η οποία, σε ορισμένες φάσεις της ιστορίας μας, μεγεθύνθηκε προκαλώντας ανθρώπινα θύματα. Δεν έχουμε σταθεί με την απαιτούμενη αυστηρότητα μπροστά στη φασιστική συμπεριφορά, η οποία, στην περίπτωσή μας, δεν μπορεί να αποδοθεί σε «κοινωνικές» αιτίες του τύπου ανισότητα, φτώχεια, κοινωνικό αποκλεισμό, καταχρήσεις εξουσίας του κράτους και της αστυνομίας ή εθνοτικές εντάσεις.

Η βία που ασκούν οι ομάδες αναρχοφασιστών στην Ελλάδα δεν έχει βαθιές ρίζες: οι μικροτρομοκράτες επιτίθενται σε δήθεν συμβολικούς στόχους (το αυτοκίνητο φαίνεται ότι θεωρείται ακόμα σύμβολο ευημερίας όπως εθεωρείτο λίγο μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο) και βεβαίως, δυνάμει, σε άτομα που δεν φρουρούνται –τουτέστιν, επικεντρώνονται σε καταστροφή ιδιωτικής περιουσίας, σε βανδαλισμούς και σε προκλήσεις εναντίον δημοσιογράφων, αστυνομικών και γενικότερα όποιων δεν στηρίζουν ή δεν ανέχονται το «κίνημα». Το επιθυμητό αποτέλεσμα είναι εικόνες χάους υψηλής φωτογένειας: η δημιουργία σκηνών έντασης που πείθουν τους θεατές ότι η κοινωνία κλυδωνίζεται.

Η Γαλλία είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας αστικής βίας και χρησιμοποιείται συχνά ως case study με αναφορές στις μαζικές ταραχές που επαναλαμβάνονται κατά καιρούς με αυξομειούμενη ένταση: το 2005 στα παρισινά περίχωρα κάηκαν πάνω από 8.000 οχήματα μέσα σε τρεις εβδομάδες συγκρούσεων· το 2023, μετά τον θάνατο του νεαρού Nahel σε αντιπαράθεση με την αστυνομία, κάηκαν πάνω από 5.500 οχήματα και καταγράφηκαν πολλές υλικές ζημιές· την Πρωτοχρονιά του 2026 κάηκαν πάνω από 1.100 οχήματα μέσα σε μία νύχτα. Στην υπόλοιπη Ευρώπη, στο Βέλγιο, στη Βρετανία, στη Σουηδία, στη Γερμανία, το φαινόμενο είναι λιγότερο συστηματικό και τελετουργικό, αν και παρουσιάζει περίπου τα ίδια χαρακτηριστικά και αναλύεται με παρόμοια κοινωνιολογικά εργαλεία.

Αλλά, όπως είπα, στην ελληνική περίπτωση, η κοινωνιολογία είναι περιττή: οι αναλύσεις περί δομικής περιθωριοποίησης δεν μπορούν να εφαρμοστούν στα ελληνικά συμφραζόμενα, αν και, οπωσδήποτε, στις μαζικές εκδηλώσεις συρρέουν περιθωριακά άτομα και ομάδες. Στην πραγματικότητα, ανάμεσα στις αφορμές της βίας είναι η εξωκοινοβουλευτική αντιπολίτευση, δηλαδή η αντιπολίτευση χωρίς θεσμική ισχύ που θεμελιώνεται στην αντίληψη ότι το «κράτος» και οι κυβερνήσεις (ιδίως αν δεν είναι «αριστερές») ψεύδονται, εκμεταλλεύονται τον λαό και «σκοτώνουν»: οι εγχώριοι αντιεξουσιαστές είναι λαϊκιστές, προστάτες των αδυνάτων –και βεβαίως φωτεινοί παντογνώστες, κάτοχοι της απόλυτης αλήθειας. Με κάποιο παράδοξο τρόπο, οι εμπρηστές του οχήματος του κ. Καρώνη διατείνονται ότι ξέρουν τι συνέβη στα Τέμπη και τι αποκρύπτει η κυβέρνηση: τα πορίσματα των ειδημόνων τούς είναι αδιάφορα όπως τους είναι αδιάφορη η γνώση, η μελέτη, η έρευνα και τα τοιαύτα. Οι αντιδράσεις απορρέουν από παγιωμένες αντιλήψεις που ανθίστανται στα δεδομένα.

Το ότι υπάρχει έλλειμμα επιβολής του νόμου και της τάξεως είναι μια διαπίστωση που ακούγεται συχνά από ένα μέρος των πολιτών· ωστόσο, παραλλήλως, ένα άλλο μέρος διαμαρτύρεται, βάσει ηθελημένης και συχνά οργανωμένης διαστροφής της πραγματικότητας, για τον υποτιθέμενο αυταρχισμό και την αστυνομική θηριωδία. Ο αυταρχισμός και η θηριωδία υπάρχουν αλλά συνήθως προέρχονται από την πλευρά που διαμαρτύρεται: στην Ελλάδα και γενικότερα στην Ευρώπη, η βία δεν είναι απάντηση στον εκφοβισμό που ασκούν τα όργανα του κράτους όπως συμβαίνει π.χ. στις ΗΠΑ  ή στη Λατινική Αμερική, ούτε μπορεί να ενταχθεί σε λαϊκές εξεγέρσεις με συγκεκριμένα αιτήματα.

Οι τρομοκρατικές ομάδες δεν εκπροσωπούν κοινωνικά στρώματα, αν και συχνά πολλοί άνθρωποι, υπερβολικά πολλοί, από τον χώρο της αριστεράς δικαιολογούν την τρομοκρατική δράση –αρκεί βεβαίως οι τρομοκράτες να μην είναι ακροδεξιοί. Οι βανδαλισμοί, οι εμπρησμοί, οι προπηλακισμοί και οι απειλές κατά της ζωής δημοσίων προσώπων εκλαμβάνονται ως έκφραση ανθρώπων που «δεν έχουν φωνή». Όντως πρόκειται για αποτυχία κοινωνικής ενσωμάτωσης: ωστόσο, αυτή δεν οφείλεται σε εκ των άνω αποκλεισμό αλλά συνήθως στην άρνηση των δρώντων να συμμετέχουν σε ένα κοινωνικό σύνολο που περιφρονούν και το οποίο επιδιώκουν να διαλύσουν. Η βία είναι λιγότερο εκδήλωση περιθωριοποίησης και περισσότερο αντανακλαστικό αγέλης που διαχέεται μέσω δικτύων συνομηλίκων (peer networks) και μιμητικής διάδοσης (contagion effect) η οποία καταλήγει σε μηχανισμό επιδημίας με τυποποιημένες δράσεις χαμηλού κόστους και ρίσκου.

Η καταστροφή του δημόσιου χώρου και της ιδιωτικής περιουσίας θεωρείται ότι έχει συμβολική ισχύ. Δεν έχει. Απλώς οι αντιεξουσιαστές και γενικότερα το φάσμα του αριστερού εξτρεμισμού επεκτείνουν το πεδίο της μη κανονικότητας μέσα στην οποία προσπαθούμε να επιζήσουμε.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000