Η δήλωση της ύπατης εκπροσώπου της ΕΕ Κάγια Κάλας ότι «δεν υπάρχει επαρκής υποστήριξη» μεταξύ των κρατών – μελών για την αναστολή της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ – Ισραήλ έδωσε τον τόνο της συζήτησης των υπουργών Εξωτερικών στο Λουξεμβούργο αποτυπώνοντας με σαφήνεια ένα βαθύ ρήγμα εντός της Ενωσης, καθώς η ευρωπαϊκή διπλωματία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα από τα πιο εκρηκτικά πολιτικά διλήμματα των τελευταίων μηνών.
Από τη μία πλευρά, η Ισπανία, η Ιρλανδία και η Σλοβενία πιέζουν για την αναστολή της συμφωνίας, επικαλούμενες τον πόλεμο στη Γάζα, την επιδεινούμενη ανθρωπιστική κρίση, τη βία στη Δυτική Οχθη και νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες του Ισραήλ που θεωρούν ότι παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σε κοινές τους παρεμβάσεις και επιστολές προς τις Βρυξέλλες, υποστηρίζουν ότι το άρθρο 2 της συμφωνίας έχει ουσιαστικά παραβιαστεί και ότι η ΕΕ δεν μπορεί πλέον να παραμένει θεατής. Απέναντι σε αυτή την πρωτοβουλία, η Γερμανία και η Ιταλία χαρακτήρισαν την αναστολή «ανεπαρκή» ή «αντιπαραγωγική» επιλογή και επέμειναν σε έναν κριτικό αλλά σταθερό διάλογο με το Ισραήλ. Η στάση τους αποδείχθηκε καθοριστική, οδηγώντας ουσιαστικά σε ναυάγιο την προσπάθεια.
Την ίδια ώρα, η Γαλλία και η Σουηδία προωθούν πιο στοχευμένες παρεμβάσεις, όπως περιορισμοί στο εμπόριο προϊόντων από τους ισραηλινούς οικισμούς που χαρακτηρίζουν παράνομους, εντείνοντας την πίεση χωρίς να υιοθετούν το αίτημα πλήρους αναστολής. Βέβαιον είναι ότι η ΕΕ εμφανίζεται διχασμένη ανάμεσα σε κράτη που ζητούν πολιτική ρήξη και σε εκείνα που επιμένουν στη διατήρηση των θεσμικών και εμπορικών δεσμών με το Ισραήλ, παρά την κλιμακούμενη σύγκρουση και τις διεθνείς επικρίσεις.
Εκθεση ειδικών σε ανθρώπινα δικαιώματα και νομικών καταγράφει καταγγελίες για εκτεταμένη άσκηση σεξουαλικής βίας από ισραηλινούς στρατιώτες και εποίκους στη Δυτική Οχθη, την οποία συνδέει με εκφοβισμό και εξαναγκαστικό εκτοπισμό κοινοτήτων Παλαιστινίων, προκαλώντας σοβαρές κοινωνικές και ψυχολογικές επιπτώσεις. «Σήμερα διακυβεύεται η αξιοπιστία της Ευρώπης», δήλωσε στους δημοσιογράφους ο ισπανός υπουργός Εξωτερικών Χοσέ Μανουέλ Αλμπάρες, καλώντας σε συζήτηση για την αναστολή της συμφωνίας σύνδεσης, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2000. Διπλωμάτες και ορισμένοι συμμετέχοντες εκτίμησαν από την αρχή της συνάντησης στο Λουξεμβούργο ότι δεν ανέμεναν να ληφθεί απόφαση καθώς οι χώρες διατηρούν σταθερά αποκλίνουσες θέσεις σχετικά με το αν αλλά και με το πώς θα μεταβάλουν την πολιτική της Ενωσης απέναντι στο Ισραήλ.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε τον Σεπτέμβριο την αναστολή ορισμένων διατάξεων της συμφωνίας σύνδεσης που σχετίζονται με το εμπόριο, μια ρύθμιση που επηρεάζει περίπου 5,8 δισ. ευρώ ισραηλινών εξαγωγών. Η αναστολή της εμπορικής ρύθμισης θα απαιτούσε ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία μεταξύ των κυβερνήσεων της ΕΕ – τη στήριξη 15 από τα 27 κράτη-μέλη που εκπροσωπούν το 65% του πληθυσμού της ΕΕ. Μια πλήρης αναστολή της συμφωνίας σύνδεσης θα απαιτούσε ομόφωνη απόφαση από όλα τα κράτη – μέλη. Μέχρι στιγμής ωστόσο η πρόταση της Κομισιόν δεν έχει συγκεντρώσει επαρκή στήριξη. Οι θέσεις Βερολίνου και Ρώμης ήταν το κλειδί για τη χθεσινή κατάληξη.
Ο δανός υπουργός Εξωτερικών Λαρς Λόκε Ράσμουσεν δήλωσε πριν από τη συνάντηση ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις για πλειοψηφία υπέρ οποιασδήποτε ενέργειας σχετικά με τη συμφωνία σύνδεσης.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος του Ισραήλ, με το εμπόριο αγαθών μεταξύ των δύο να ανέρχεται σε 42,6 δισ. ευρώ το 2024, σύμφωνα με την ΕΕ. Η Ενωση είχε επίσης στο τραπέζι προτάσεις για επιβολή κυρώσεων σε βίαιους εποίκους και ισραηλινούς υπουργούς που θεωρεί ακραίους.
Πριν από τη χθεσινή συνάντηση, Σουηδία και Γαλλία κυκλοφόρησαν έγγραφο, καλώντας την ΕΕ να λάβει ισχυρότερη δράση για τον περιορισμό της εμπορικής εμπλοκής με τους παράνομους οικισμούς.






