Συμπληρώνονται φέτος 90 χρόνια από τη δημοσίευση, το 1936, της Γενικής Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος, του πρωτοποριακού έργου του Τζον Μέιναρντ Κέινς. Σε μια εποχή αυξημένης αβεβαιότητας και συχνών οικονομικών αναταράξεων, η επέτειος αυτή προσφέρει μια πολύτιμη ευκαιρία αναστοχασμού για τη διαχρονική σημασία των ιδεών του. Σπάνια ένα βιβλίο έχει επηρεάσει τόσο βαθιά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη λειτουργία των οικονομιών και τον ρόλο της οικονομικής πολιτικής.

Η Γενική Θεωρία δημοσιεύθηκε στον απόηχο της Μεγάλης Καθίζησης της δεκαετίας του 1930, όταν οι κυρίαρχες κλασικές θεωρίες αδυνατούσαν να εξηγήσουν την ένταση και τη διάρκεια της οικονομικής κατάρρευσης και της μαζικής ανεργίας. Ο Κέινς αμφισβήτησε τη βασική υπόθεση ότι οι οικονομίες αυτορυθμίζονται και επιστρέφουν γρήγορα στην πλήρη απασχόληση. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η συνολική ζήτηση μπορεί να παραμένει ανεπαρκής για μεγάλα χρονικά διαστήματα, οδηγώντας σε παρατεταμένες υφέσεις.

Κεντρική έννοια της ανάλυσής του είναι η συνολική ζήτηση, δηλαδή το συνολικό επίπεδο δαπανών στην οικονομία. Υπό συνθήκες βραχυχρόνιας ακαμψίας μισθών και τιμών, η παραγωγή και η απασχόληση καθορίζονται κυρίως από τη ζήτηση και όχι από την προσφορά, όπως υποστήριζαν οι κλασικοί οικονομολόγοι. Η αβεβαιότητα για το μέλλον επηρεάζει καθοριστικά τις επενδυτικές αποφάσεις, ενώ οι προσδοκίες και τα λεγόμενα «ζωώδη ένστικτα» των επιχειρηματιών διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο.

Εξίσου σημαντική είναι η ανάλυση του επιτοκίου ως νομισματικού φαινομένου, που προσδιορίζεται από τη ζήτηση και την προσφορά χρήματος. Μέσω της έννοιας της προτίμησης για ρευστότητα, ο Κέινς εξήγησε γιατί σε περιόδους αποπληθωρισμού τα επιτόκια ενδέχεται να μη μειώνονται επαρκώς ώστε να εξισορροπήσουν αποταμίευση και επένδυση, οδηγώντας σε «παγίδες ρευστότητας».

Η σημαντικότερη ίσως συμβολή της Γενικής Θεωρίας είναι η επαναθεμελίωση του ρόλου της οικονομικής πολιτικής. Σε περιόδους ύφεσης, η δημοσιονομική πολιτική – μέσω αύξησης των δημόσιων δαπανών ή μείωσης των φόρων – μπορεί να ενισχύσει τη ζήτηση και να επιταχύνει την επιστροφή στην πλήρη απασχόληση, ιδίως όταν η νομισματική πολιτική αποδεικνύεται ανεπαρκής. Η προσέγγιση αυτή αποτέλεσε τη βάση για τις πολιτικές διαχείρισης της ζήτησης που κυριάρχησαν διεθνώς στις μεταπολεμικές δεκαετίες.

Η επιρροή του Κέινς υπήρξε καθοριστική, τόσο στην οικονομική επιστήμη όσο και στη χάραξη πολιτικής. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες υιοθέτησαν κεϊνσιανές πολιτικές, συμβάλλοντας σε μια παρατεταμένη περίοδο υψηλής ανάπτυξης και χαμηλής ανεργίας. Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, με την εμφάνιση του στασιμοπληθωρισμού, οι ιδέες του αμφισβητήθηκαν από μονεταριστικές και νέες κλασικές προσεγγίσεις, αλλά προσαρμόστηκαν και επανεμφανίστηκαν μέσω της «νέας κεϊνσιανής» μακροοικονομικής.

Οι μεγάλες κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών, όπως η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και η πανδημία του 2020, ανέδειξαν εκ νέου τη σημασία της ενεργητικής οικονομικής πολιτικής. Οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες προσέφυγαν σε μέτρα με σαφή κεϊνσιανή έμπνευση, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική αξία των ιδεών του.

Ενενήντα χρόνια μετά, η Γενική Θεωρία παραμένει σημείο αναφοράς για την κατανόηση των οικονομικών διακυμάνσεων και των πολιτικών που απαιτούνται για την αντιμετώπισή τους. Σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, ανισότητες και επαναλαμβανόμενες κρίσεις, το μήνυμα του Κέινς – ότι η σταθεροποίηση της οικονομίας απαιτεί ενεργητική διαχείριση της συνολικής ζήτησης – παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ.

Ο Γιώργος Αλογοσκούφης είναι ομότιμος καθηγητής Οικονομικής Επιστήμης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρώην υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.