Η ελπίδα της παγκόσμιας Αριστεράς έχει πλέον όνομα: Πέδρο Σάντσεθ. Οχι μόνο επειδή με τη σύγκρουσή του με τον Τραμπ ή με την πολιτική του απέναντι στους πλούσιους και τους μετανάστες ο ισπανός πρωθυπουργός δείχνει στους ομοϊδεάτες του έναν δρόμο για το μέλλον. Αλλά κι επειδή, απ’ ό,τι φαίνεται, καταφέρνει να γεφυρώσει τις διαφορές τους: ποιος άλλος θα κατάφερνε να βάλει στο ίδιο κάδρο τον Νίκο Ανδρουλάκη, τον Χάρη Δούκα και τον Γιώργο Παπανδρέου;
Η συνάντηση των προοδευτικών κομμάτων την Παρασκευή και το Σάββατο στη Βαρκελώνη είχε μαχητικότητα και πάθος. Εξι χιλιάδες άνθρωποι από 40 χώρες άκουσαν τον Σάντσεθ να βεβαιώνει ότι «ο χρόνος της λαϊκιστικής Δεξιάς τελειώνει», τον υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας Λαρς Κλίνγκμπαϊλ να διακηρύσσει ότι «το μέλλον δεν ανήκει σε αυτούς που κάνουν μεγαλύτερη φασαρία, αλλά σε αυτούς που χτίζουν γέφυρες» και τον πρόεδρο της Βραζιλίας Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα να αναδεικνύει την ανάγκη «η παραίτηση να δώσει τη θέση της στο όνειρο και το μίσος στην ελπίδα». Η αλήθεια όμως είναι ότι τα ωραία αυτά λόγια δεν μπορούσαν να κρύψουν τη σκληρή πραγματικότητα.
Και η πραγματικότητα αυτή είναι ότι στις περισσότερες χώρες, περιλαμβανομένης φυσικά της Ελλάδας, τα κόμματα της Κεντροαριστεράς δεν πάνε καλά στις δημοσκοπήσεις. Οτι αυτές οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως οι ψηφοφόροι ανησυχούν περισσότερο για την ανεργία και τις τιμές της ενέργειας παρά για την άνοδο της Ακροδεξιάς.
Οτι οι διαφορές μεταξύ των λεγόμενων «προοδευτικών κομμάτων» είναι συχνά αγεφύρωτες: ο Λούλα και ο νοτιοαφρικανός πρόεδρος Σίριλ Ραμαφόσα, για παράδειγμα, τηρούν πιο χλιαρή στάση απέναντι στον Πούτιν από πολλούς συναδέλφους τους. Και ότι γεγονότα που λέγεται ότι αλλάζουν το κλίμα οφείλονται μάλλον στα λάθη των λαϊκιστών (όπως συνέβη με τη Μελόνι και το δημοψήφισμά της), παρά στον μαγνητισμό που ασκούν οι σοσιαλδημοκράτες στα πλήθη (για να χάσει ο Ορμπαν, η ουγγρική Αριστερά αναγκάστηκε να στηρίξει τον υποψήφιο της Κεντροδεξιάς).
Για τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, το ίδιο πρέπει να κάνουν οι αριστεροί και σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία και η Ιταλία. Οπως γράφαμε προχθές στα Ρεύματα, ο ιστορικός ηγέτης του Μάη του ’68 θεωρεί ότι μετά τη διάψευση των προσδοκιών από τους λαϊκιστές, οι ψηφοφόροι θέλουν ασφάλεια και αυτή την ασφάλεια μπορεί προς το παρόν να την προσφέρει μόνο η Κεντροδεξιά. Ακόμη κι όταν η τελευταία είναι μπλεγμένη σε σκάνδαλα, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, οι ψηφοφόροι διστάζουν να δοκιμάσουν τις εναλλακτικές λύσεις. Οποιος καεί με τον χυλό φυσάει και το γιαούρτι.
Είναι ωραίες λοιπόν οι σέλφι του Ανδρουλάκη με τον Σάντσεθ και τον Λούλα, αλλά δεν του δίνουν πόντους στη μάχη με τον Μητσοτάκη. Το μεγάλο στοίχημα είναι να γίνει εύγευστο το γιαούρτι.






