Εχει κάτι μαζί μας ή με την κυβέρνησή μας η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία; Μας έχει βάλει στο κυνήγι, ειδικά εμάς, για κάποιους μυστηριώδεις πολιτικούς ή άλλους, κακόβουλους λόγους;
Μια ματιά στους αριθμούς πρώτα. Μέσα στο 2025, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, σύμφωνα με την ετήσια έκθεσή της, άνοιξε 2.030 νέες ποινικές έρευνες. Από αυτές, στην Ελλάδα άνοιξαν οι 117 – ποσοστό 5%. Περισσότερες, σε αναλογία πληθυσμού, από χώρες όπως η Σουηδία (22), το Βέλγιο (36), η Πορτογαλία (57) ή ακόμη και η Βουλγαρία (82). Λιγότερες από ό,τι στην Ιταλία, που έχει το ρεκόρ με 635 νέες έρευνες μέσα σ’ έναν χρόνο.
Για το 2026, στην ιστοσελίδα της Εισαγγελίας έχουν δημοσιευθεί, από την αρχή του χρόνου, στοιχεία για 48 διαφορετικές ποινικές υποθέσεις σε 18 διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες. Αλλες αφορούν την έναρξη κάποιας έρευνας, άλλες την απαγγελία κατηγορίας, άλλες αναφέρουν συλλήψεις υπόπτων και άλλες αναγγέλλουν καταδικαστικές αποφάσεις για υποθέσεις που είχαν ξεκινήσει παλιότερα. Οι σχετικά περισσότερες – συνολικά εννέα από τις υποθέσεις αυτές – αφορούν και πάλι την Ιταλία. Από τέσσερις έχουν η Γερμανία, η Ρουμανία και η Λιθουανία. Η Πορτογαλία και η Ισπανία έχουν από δύο. Και υπάρχει και μία αναφορά στην Ελλάδα. Είναι η διαβίβαση στη Βουλή της πολυσυζητημένης δικογραφίας του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η Ελλάδα, λοιπόν, δεν είναι – με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας – η «πρωταθλήτρια της διαφθοράς». Και προφανώς δεν προκύπτει ότι βρίσκεται – ειδικά αυτή – στο στόχαστρο αυτού του σχετικά νέου (ιδρύθηκε το 2017, άρχισε να λειτουργεί το 2021) αλλά πολύ δραστήριου θεσμού.
Γιατί, λοιπόν, από όλες τις νέες υποθέσεις του 2026, μόνον η δική μας προκάλεσε τέτοια πολιτική αναταραχή; Τόσες κατηγορίες εναντίον της Εισαγγελίας ότι παίζει πολιτικά παιχνίδια; Μέχρι και απειλές αποχώρησης από τον θεσμό – μ’ έναν νόμο κι ένα άρθρο; Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα μπορεί να έχει μικρή συμμετοχή στο τρέχον πεδίο δράσης της Εισαγγελίας, αλλά αυτή η μία και μόνη υπόθεση που την αφορά είναι από εκείνες που έχουν μεγαλύτερο πολιτικό βάρος.
Η μόνη, μέχρι στιγμής, που αφορά και πολιτικά πρόσωπα, βουλευτές και πρώην υπουργούς. Η αλήθεια είναι, επίσης, ότι έχει συμβεί ξανά να αμφισβητηθεί η πολιτική ουδετερότητα ή η αρμοδιότητα της Εισαγγελίας, σε περιπτώσεις που οι έρευνές της έγιναν πολιτικά ενοχλητικές. Οταν άγγιξαν πολιτικά πρόσωπα, όπως έχει συμβεί στην Ισπανία (όπου ένας υπουργός που είχε κατηγορηθεί από αυτήν βρίσκεται τώρα προφυλακισμένος), στην Ιταλία (όπου έχουν ασκηθεί διώξεις σε εκλεγμένους της τοπικής αυτοδιοίκησης), τη Ρουμανία ή την Κροατία (όπου έχει απαγγελθεί κατηγορία κατά πρώην υπουργού). Αλλά, αυτό δεν δικαιολογεί την ένταση των επιθέσεων που δέχεται τώρα, από κυβερνητικά χείλη. Και ακόμη λιγότερο δικαιολογεί τους υπαινιγμούς περί αποχώρησης της Ελλάδας από τον θεσμό.
Ο θόρυβος έχει, βέβαια, την εξήγησή του. Η Κοινοβουλευτική Ομάδα του κυβερνώντος κόμματος είναι, λένε, σε αναβρασμό, έτοιμη για εξέγερση στη μεθαυριανή συνεδρίαση της Βουλής, όπου θα κληθεί να ψηφίσει υπέρ ή κατά της άρσης της ασυλίας 11 μελών της, έπειτα από αίτημα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Δεν τα έχουν με την Εισαγγελία οι βουλευτές. Με τον Πρωθυπουργό τα έχουν, από τον οποίο απαιτούσαν προστασία και κάλυψη. Ιδίως όταν αυτό για το οποίο (νομίζουν ότι) κατηγορούνται είναι ότι έκαναν αυτό που οι ίδιοι θεωρούν βασική (ή μοναδική, δεδομένου ότι η νομοθετική πρωτοβουλία και η ελεγκτική της κυβέρνησης δραστηριότητά τους έχει, στην πράξη, περιοριστεί, αν δεν έχει καταργηθεί) αποστολή τους: να μεσολαβούν για λογαριασμό ψηφοφόρων τους, ώστε να προωθούν «αιτήματά» τους.
Βάζοντας, λοιπόν, στόχο έναν μακρινό θεσμό, μια εισαγγελέα, η οποία μάλιστα ολοκληρώνει σε λίγο τη θητεία της, εκτρέπεται, ή έτσι ελπίζεται τουλάχιστον, η βουλευτική οργή από το πρόσωπο του Πρωθυπουργού. Μόνο που το στρατήγημα δεν είναι ακίνδυνο. Και μόνον η διατύπωση της απειλής περί αποχώρησης της Ελλάδας από έναν θεσμό στον οποίο μετείχαν εξ αρχής 22 ευρωπαϊκές χώρες, έγιναν ήδη 24, έπειτα από την προσχώρηση της Σουηδίας και της Πολωνίας, και θα γίνουν σε λίγο 25, ύστερα από τη σχεδόν βέβαιη προσχώρηση και της Ουγγαρίας, μετά την πτώση του καθεστώτος Ορμπαν, προκαλεί ζημιά. Να απειλεί ότι θα αποχωρήσει η Ελλάδα, την ώρα που η Ουγγαρία προσέρχεται, είναι εξωφρενικό.
Κι έπειτα, όσο βολικό στόχο κι αν αποτελεί η Εισαγγελία, οι επιθέσεις εναντίον της δεν απαλλάσσουν τον Πρωθυπουργό από το δίλημμα. Θα μείνει συνεπής στη μεταρρυθμιστική επαγγελία, που είναι το βασικό εκλογικό του αφήγημα και που περιλαμβάνει και την άρση των εμποδίων στη λογοδοσία των πολιτικών προσώπων; Ή θα διεκδικήσει την αγάπη των βουλευτών του; Και τα δύο, μοιάζει δύσκολο να συνδυαστούν.






