Οταν ο Τραμπ εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή η μεταπολεμική συναίνεση εμφάνιζε ρωγμές. Οι οικονομικές συνιστώσες αυτής της συναίνεσης, οι νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές και η παγκοσμιοποίηση, είχαν εκτινάξει τις ανισότητες ενδοκρατικά και διακρατικά. Οι γεωπολιτικές συνιστώσες, ο φιλελεύθερος διεθνισμός, η εξάπλωση της δημοκρατίας και των φιλελεύθερων θεσμών μέσω της ιδεολογικής ηγεμονίας ή και των στρατιωτικών επεμβάσεων, είχαν οδηγήσει την Αμερική σε αδιέξοδα και στρατηγική υπερέκταση. Η woke ατζέντα των φιλελεύθερων στο εσωτερικό και η μετανάστευση από το εξωτερικό δοκίμαζαν τη συνοχή των δυτικών κοινωνιών.
Ο Τραμπ ανέλαβε για πρώτη φορά την εξουσία σχεδόν πριν από μια δεκαετία δηλώνοντας ότι η Αμερική βρισκόταν ήδη σε παρακμή, επισημαίνοντας το αρνητικό ισοζύγιο των εμπορικών συναλλαγών, τα πορώδη σύνορα, την αποδυναμωμένη βιομηχανική βάση και το κόστος από την εμπλοκή της Αμερικής σε συνεχείς πολέμους. Δεν είχε άδικο ότι το ancien regime αδυνατούσε να αντιμετωπίσει τα νέα προβλήματα, ότι για πολλούς πολίτες τα κόστη ξεπερνούσαν τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης και ότι η ανησυχία των Αμερικανών για την αυξανόμενη μετανάστευση ήταν πραγματική και έντονη.
Η πολιτική της νέας αμερικανικής Δεξιάς, όμως, και η βολονταριστική άσκηση διακυβέρνησης του Τραμπ κακοποίησαν μια αναγκαία «συντηρητική διόρθωση» των ακροτήτων του φιλελεύθερου ιδεολογήματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στην εξωτερική πολιτική. Η πολιτική τους αντιπρόταση ή αποδείχθηκε αναποτελεσματική ή ήταν τόσο ακραία που έφερε το χάος. Η πολιτική του οικονομικού προστατευτισμού της δεύτερης διοίκησης Τραμπ δεν οδήγησε στον επαναπατρισμό του κατασκευαστικού και μεταποιητικού κεφαλαίου. Η παράλογη αύξηση δασμών μάλλον έβλαψε τον μέσο αμερικανό καταναλωτή. Και η ακραία αντιμεταναστευτική πολιτική με τις αυθαιρεσίες του ICE και τα γεγονότα της Μινεάπολης αποδοκιμάστηκε από την αμερικανική κοινωνία.
Εξωτερική πολιτική
Στην εξωτερική πολιτική τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Το σύστημα συμμαχιών και θεσμών υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, που ονομάζαμε Pax Americana, ξεθεμελιώθηκε ανεπιστρεπτί. Η διοίκηση Τραμπ αποδομεί τις συμμαχίες, στις οποίες η Αμερική βάσισε την ηγεμονία της, επειδή οι σύμμαχοι δεν καταβάλουν το τίμημα για την προστασία που τους προσφέρει. Απαξιώνει, επίσης, τις αξίες, τους κανόνες και τις συμβάσεις που προωθούσε μεταπολεμικά η Αμερική.
Στη θέση της Pax Americana βλέπουμε ένα είδος Pax Trumpiana, έναν κόσμο στον οποίο η αμερικανική υπερδύναμη συμπεριφέρεται αλαζονικά στη διεθνή αρένα, απειλώντας φίλους και συμμάχους, επιδιώκοντας βραχυπρόθεσμα οφέλη και αδιαφορώντας για τους κινδύνους που δημιουργεί για τον εαυτό της και για τον κόσμο. Οι ΗΠΑ, αντί να ηγούνται του ελεύθερου κόσμου, συμπεριφέρονται χωρίς περιορισμούς, χωρίς σωφροσύνη, χωρίς στρατηγική, επιβάλλοντας την ισχύ τους επειδή μπορούν. Το «America first», όμως, φαινομενικά μόνο αντιστρατεύεται τους προληπτικούς πολέμους και τις καθεστωτικές αλλαγές, όπως τον πόλεμο στο Ιράν.
Γιατί ο απομονωτισμός, όπως και ένας μιλιταρισμός που αποθεώνει τη βία με το αποκαλυπτικό χριστιανικό λεξιλόγιο του υπουργού Αμυνας των ΗΠΑ και τις ανατριχιαστικές αναφορές του Τραμπ για την καταστροφή του πολιτισμού του Ιράν, πέραν του ότι θα ήταν εγκλήματα πολέμου, μοιράζονται την ίδια θεμελιώδη στάση απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο.
Χωρίς σχέδιο
Η ευκολία με την οποία ο Τραμπ ενέπλεξε την Αμερική στον πόλεμο χωρίς έγκριση από το Κογκρέσο, χωρίς προσφυγή στους διεθνείς θεσμούς, χωρίς διαβουλεύσεις με τους συμμάχους, χωρίς σχέδιο και στρατηγική έχει οδηγήσει την Αμερική στα πρόθυρα μιας πύρρειας νίκης απέναντι σε ένα θεοκρατικό και οπισθοδρομικό καθεστώς που καταπιέζει τον λαό του και χρηματοδοτεί την τρομοκρατία.
Το Ιράν έχει διασώσει μεγάλο μέρος του βαλλιστικού πυραυλικού του οπλοστασίου, αλλά και του πυρηνικού του προγράμματος και του απεμπλουτισμένου ουρανίου. Εχει «οπλοποιήσει» τα Στενά του Ορμούζ, επηρεάζοντας την παγκόσμια οικονομία και κερδίζοντας ένα διπλωματικό εργαλείο που δεν είχε. Το καθεστώς όχι μόνο δεν ανατράπηκε αλλά παραμένει ισχυρό και στην πιο σκληροπυρηνική του εκδοχή.
Οι χώρες του Περσικού Κόλπου που στήριξαν την οικονομία του πετροδολαρίου και το αφήγημα του ασφαλούς παραδείσου στην αμερικανική ασπίδα προστασίας βλέπουν το αφήγημα και την περιφερειακή ισορροπία να θρυμματίζονται. Οι σύμμαχοι της Αμερικής, αρνήθηκαν να στηρίξουν τις ΗΠΑ στον πόλεμο μετά την μεταχείριση που τους επιφύλαξε ο Τραμπ από την αρχή της θητείας του. Οι αντίπαλοι της Αμερικής ενισχύθηκαν. Η Ρωσία ευνοήθηκε από την άρση των κυρώσεων, τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος της Δύσης από το Ουκρανικό και την επιβίωση ενός δορυφορικού καθεστώτος. Η Κίνα κεφαλαιοποιεί τη δυσφορία και την έλλειψη εμπιστοσύνης πολλών χωρών προς την Αμερική και προβάλλει ως υπεύθυνη ειρηνευτική υπερδύναμη.
Η περίπτωση του πολέμου στο Ιράν είναι μια ακόμη σημειακή κρίση που σηματοδοτεί το τέλος μιας διεθνούς τάξης χωρίς να προδιαγράφει τι θα μπει στη θέση της.
Οπως, άλλωστε, είχε αναφέρει ο Χένρι Κίσινγκερ, σε μια συνέντευξή του στους «Financial Times» το 2018, ο Τραμπ «μπορεί να είναι μια από εκείνες τις προσωπικότητες που εμφανίζονται κατά καιρούς για να σηματοδοτήσουν το τέλος μιας εποχής και να μας αναγκάσουν να εγκαταλείψουμε τις παλιές παραδοχές. Αυτό δεν σημαίνει ότι το κατανοούν ή ότι έχουν κάποιο εναλλακτικό σχέδιο».






