Εντάξει, το ξέρουμε. Το ρούχο δεν είναι «πουκάμισο αδειανό». Η μόδα είναι και Τέχνη και Ιστορία και δήλωση αισθητικής και καταγραφέας κοινωνικών μεταβολισμών και ιδεολογική κατάθεση. Τι ήταν δηλαδή το ζιβάγκο του Ανδρέα Παπανδρέου στη Μεταπολίτευση; Το «αγραβάτωτο» του Αλέξη Τσίπρα ή η ανταλλαγή γραβατών με τον Ζόραν Ζάεβ κατά την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών; Βλέπουμε τις αντιδράσεις που προκαλεί το προσωπικό στυλ της Μαρέβας Μητσοτάκη σε όλους αυτούς που θεωρούν ότι το πρέπον ρούχο για μία σύζυγο πρωθυπουργού είναι «ένα ωραίο ταγέρ». Και πόσο τυχαίο είναι ότι η Μπέτυ Μπαζιάνα και στην πρώτη παρουσίαση της «Ιθάκης» και στην αναγγελία της ΕΛΑΣ φόρεσε ρούχο με τον ένα ώμο έξω;
Να απομακρυνθούμε όμως από τη συμβατική πολιτική. Το κίνημα για την ανεξαρτητοποίηση των γυναικών από ταμπού και προκαταλήψεις καθορίστηκε και από ενδυματολογικές αλλαγές. Η Κοκό Σανέλ τις απελευθέρωσε από τον κορσέ και έβαλε στις ντουλάπες τους το παντελόνι, ο Κριστιάν Ντιόρ με το New Look του όρισε μια νέα εποχή που η γυναίκα ζούσε πια έξω από το σπίτι και τα ρούχα της έπρεπε να της επιτρέπουν να κάνει μεγάλα βήματα (συμβολικά προς το μέλλον). Ενώ η Μαίρη Κουάντ, με τη μίνι φούστα, επέβαλε το πνεύμα του swinging London ως διεθνή τάση.
Μια από τις μεγαλύτερες «επαναστάσεις» ωστόσο έγινε με ένα ρούχο «σε δύο κομμάτια» που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σαν σήμερα πριν από ογδόντα χρόνια. Αρχικά σόκαρε, σκανδάλισε, λοιδορήθηκε, σε κάποιες περιπτώσεις απαγορεύθηκε, για να καθιερωθεί μέσα σε λίγα χρόνια ως το απόλυτο ρούχο σε όλες τις παραλίες του κόσμου. Και να συμβολίσει, μαζί με τον ελεύθερο έρωτα και το αντισυλληπτικό χάπι, τη σεξουαλική επανάσταση, ίσως τη μεγαλύτερη και, σίγουρα, την πιο επιτυχημένη του 20ου αιώνα.
Μιλάω για το μπικίνι που έκανε πρεμιέρα στις 3 Ιουνίου του 1946 στις Κάννες. Ας αναλογιστούμε την εποχή. Η Ευρώπη υποδεχόταν το πρώτο καλοκαίρι χωρίς πόλεμο και οι Ευρωπαίοι έμοιαζαν έτοιμοι να δεχθούν τα πάντα. Ακόμη και ένα μαγιό πιο αποκαλυπτικό από τα εσώρουχα εκείνης της εποχής. Ενας σχεδιαστής μόδας, ο Ζακ Χάιμ, και ένας αποτυχημένος μηχανολόγος μηχανικός που κατέληξε στο εργαστήριο κατασκευής εσωρούχων της μητέρας του, ο Λουί Ρεάρ, ξεκίνησαν μια «κούρσα» για το ποιος θα προλάβαινε να παρουσιάσει πρώτος το μπικίνι. Πρόλαβε ο Χάιμ που έκανε την επίδειξη στις Κάννες λανσάροντας αυτό που, αρχικά, ονόμασε «Ατόμ» (από το άτομο, το μικρότερο σωματίδιο). Εκείνη την ημέρα μάλιστα, πάνω από τις Κάννες πετούσε αεροπλάνο με ουρανογράφο που έγραφε «Ατόμ, το μικρότερο μαγιό στον κόσμο». Βέβαια το κάτω μέρος του κάλυπτε τον αφαλό και ήταν σεμνό σε σχέση με το μπικίνι (από την ατόλη Μπικίνι στα νησιά Μάρσαλ όπου γίνονταν πυρηνικές δοκιμές) που παρουσίασε ένα μήνα αργότερα στο Παρίσι ο Ρεάρ. Και εδώ είχαμε ουρανογράφο που έγραφε «Μπικίνι, πιο μικρό από το μικρότερο μαγιό στον κόσμο». Τόσο μικρό δηλαδή που κανένα μοντέλο δεν δεχόταν να φορέσει γι’ αυτό και επιστρατεύθηκε μια χορεύτρια των Φολί Μπερζέ.
Ταξική ηλιοθεραπεία
Μαγιό σε δύο κομμάτια υπήρχαν βέβαια από τη δεκαετία του 1930 αλλά, στην ουσία ήταν ολόσωμα (εκεί που τέλειωνε το ένα, άρχιζε το άλλο) και με κοντά μπατζάκια. Ο Ρεάρ λοιπόν είχε παρατηρήσει ότι οι γυναίκες δίπλωναν το κάτω μέρος, έτσι ώστε να μαυρίσει η κοιλιά τους. Που σημαίνει ότι δεν θα υπήρχαν σήμερα μπικίνι αν στη δεκαετία του 1930, η Κοκό Σανέλ δεν είχε επιβάλει την ηλιοθεραπεία στη χάι σοσάιτι της Γαλλικής Ριβιέρας.
Μέχρι τότε, το μαύρισμα ήταν συνυφασμένο με την αγροτική και εργατική τάξη, αφού παρέπεμπε σε δουλειά στην ύπαιθρο. Η μαντεμουαζέλ το έκανε μόδα ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για το μπικίνι. Το οποίο, βεβαίως, δεν πέρασε κάτω από τα ραντάρ του Βατικανού που το έκρινε ως «αμαρτωλό» ρούχο ενώ χρειάστηκαν χρόνια για να γίνει αποδεκτό στους διαγωνισμούς ομορφιάς. Οι μόδες όμως είναι σαν την οδοντόκρεμα. Ετσι και σκάσουν μύτη δεν ξαναμπαίνουν στο σωληνάριο.








